.
.
Όλον τον κόσμον εγύρτσα

Τ’ αραπάς ι-μ’ τα τεκίρι͜α

Τ’ αραπάς ι-μ’ τα τεκίρι͜α
Ακεί πέρα σο ρακάν’
ελάστα όλον τ’ ορμάν’
Ετέλεσα το σ̌ελέκ’,
κατήβασον το λετσ̌έκ’

Τ’ αραπάς ι-μ’ τα τεκίρι͜α
εκυλίανε σ’ ορμία
Το γομάρ’ τρανόν έτον
εφορτώθ’ ατο σ’ ωμία μ’

Ν’ αϊλί εμέν, ν’ αϊλί εμέν
κανείς εμέν ’κι αναμέν’
Νέ μανίτσα, νέ εγάπ’,
ποίος θα δί’ με τσ̌οάπ’;

Πίνω το ρακίν, πίνω,
το ψ̌όπο μου κατενίζ’
Κρού’ν σο νου μ’ τα μέρι͜α μουν,
θάλασσα Καραντενίζ
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ακείεκεί
αναμέν’περιμένει
αραπάςάμαξας araba tr
γομάρ’φορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
δί’δίνει
εγάπ’αγάπη
ελάσταπεριφέρθηκα, τριγύρισα, περιπλανήθηκα ἀλάομαι/ηλάσκω gr
έτονήταν
Καραντενίζη Μαύρη Θάλασσα Karadeniz tr
κατενίζ’καθαρίζω/ει, ξεπλένω/ει, ξεθολώνω/ει κατανίζω gr
κατήβασον(προστ.) κατέβασε
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κρού’νχτυπούν κρούω gr
λετσ̌έκ’γυναικείο μαντίλι που χρησίμευε ως κάλυμμα κεφαλής δεμένο σε σχήμα τριγώνου leçek<laçak trir
μανίτσαμανούλα
μέρι͜αμέρη
μουνμας
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νέούτε ne tr
ορμάν’δάσος orman tr
ορμίαρυάκια, ρεματιές
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
ρακάν’γήλοφος rak’ani ≈ რქა (rka=κέρας) lazge
ρακίναλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
σ̌ελέκ’φορτίο ξύλων ή χόρτων που φέρεται στη ράχη ανθρώπου şelek<շալակ (shalag)=πλάτη, ράχη, μτφ. φορτίο tram
τεκίρι͜ατροχοί teker tr
τρανόνμεγάλος
τσ̌οάπ’απόκριση, αναφορά cevap/cevāb trae
ψ̌όποψυχούλα
ωμίαώμοι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ακείεκεί
αναμέν’περιμένει
αραπάςάμαξας araba tr
γομάρ’φορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
δί’δίνει
εγάπ’αγάπη
ελάσταπεριφέρθηκα, τριγύρισα, περιπλανήθηκα ἀλάομαι/ηλάσκω gr
έτονήταν
Καραντενίζη Μαύρη Θάλασσα Karadeniz tr
κατενίζ’καθαρίζω/ει, ξεπλένω/ει, ξεθολώνω/ει κατανίζω gr
κατήβασον(προστ.) κατέβασε
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κρού’νχτυπούν κρούω gr
λετσ̌έκ’γυναικείο μαντίλι που χρησίμευε ως κάλυμμα κεφαλής δεμένο σε σχήμα τριγώνου leçek<laçak trir
μανίτσαμανούλα
μέρι͜αμέρη
μουνμας
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
νέούτε ne tr
ορμάν’δάσος orman tr
ορμίαρυάκια, ρεματιές
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
ρακάν’γήλοφος rak’ani ≈ რქა (rka=κέρας) lazge
ρακίναλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση φρούτων ή στεμφύλων φρούτων rakı/ˁaraḳī trae
σ̌ελέκ’φορτίο ξύλων ή χόρτων που φέρεται στη ράχη ανθρώπου şelek<շալակ (shalag)=πλάτη, ράχη, μτφ. φορτίο tram
τεκίρι͜ατροχοί teker tr
τρανόνμεγάλος
τσ̌οάπ’απόκριση, αναφορά cevap/cevāb trae
ψ̌όποψυχούλα
ωμίαώμοι
Τ’ αραπάς ι-μ’ τα τεκίρι͜α

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost