.
.
Έναν μουχαπέτ’ σα Ούτσ̌ενα

Ν’ αηλί εκείνον π’ αρρωσταίν’

Ν’ αηλί εκείνον π’ αρρωσταίν’
fullscreen
Ν’ αηλί τη μάναν π’ αναμέν’
ημέρας, μήνας, χρόνια
ατέ τον ξενιτέαν ατ’ς
και σύρ’ η ψ̌η τα πόνι͜α

Έλα, αρνί μ’, ας σα  μακρά,
έλα ας σην ξενιτείαν
Έλα, περ’μέν’ -τ- σε -ν- έναν ψ̌ην,
πονεμένον καρδίαν

Έλα, πουλί μ’, σ’ αγνάντεμαν
ση χωρί’ το ραχ̌όπον
Έρθεν ο ξενιτέας ι-σ’,
τη ψ̌ης ι-σ’ το παιδόπον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αναμέν’περιμένει
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατέαυτή
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
έρθενήρθε
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μήνας(τα) μήνες
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ξενιτέανξενιτεμένο
ξενιτέαςξενιτεμένος
παιδόπονπαιδάκι
περ’μέν’περιμένει
πόνι͜απόνοι
ραχ̌όπονραχούλα, μικρό βουνό
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
χωρί’χωριού
ψ̌ηψυχή
ψ̌ηνψυχή
ψ̌ηςψυχής
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αναμέν’περιμένει
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατέαυτή
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
έρθενήρθε
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μήνας(τα) μήνες
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ξενιτέανξενιτεμένο
ξενιτέαςξενιτεμένος
παιδόπονπαιδάκι
περ’μέν’περιμένει
πόνι͜απόνοι
ραχ̌όπονραχούλα, μικρό βουνό
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
χωρί’χωριού
ψ̌ηψυχή
ψ̌ηνψυχή
ψ̌ηςψυχής
Ν’ αηλί εκείνον π’ αρρωσταίν’

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost