.
.
Χαμένη πατρίδα

Πατέρα, ’κι ανασπάλλω σε

Πατέρα, ’κι ανασπάλλω σε
fullscreen
Πατέρα, ’κι ανασπάλλω σε -ν
[ωχ! ν’ αηλί εμέν]
όσο μακρά κι αν πάω
[Ποδεδίζω σε]
Γράμμαν θα γράφτω ταχτικά
[ωχ! ν’ αηλί εμέν]
το χατίρι σ’ θα ’φτάω
[Ποδεδίζω σε]

Πολλά βαρύν η ξενιτειά
[ωχ! ν’ αηλί εμέν]
έτονε για τ’ εμέναν
[Ποδεδίζω σε]
Αλήγορα θα έρχουμαι
[ωχ! ν’ αηλί εμέν]
πατέρα, μετ’ εσέναν
[Ποδεδίζω σε]

Πατέρα, εγώ θα έρχουμαι,
[ωχ! ν’ αηλί εμέν]
’κι ζω σην ξενιτείαν
[Ποδεδίζω σε]
Σ’ εμέτερον την πατρίδαν,
[ωχ! ν’ αηλί εμέν]
σα πράσινα γιαζία
[Ποδεδίζω σε]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αλήγοραγρήγορα
ανασπάλλωξεχνώ
γιαζίαπεδιάδες, εξοχή, ύπαιθρος yazı
εμέτερονδικός/ή/ό μου ἡμέτερος
έρχουμαιέρχομαι
έτονεήταν
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
’φτάω(ευτάω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χατίριχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αλήγοραγρήγορα
ανασπάλλωξεχνώ
γιαζίαπεδιάδες, εξοχή, ύπαιθρος yazı
εμέτερονδικός/ή/ό μου ἡμέτερος
έρχουμαιέρχομαι
έτονεήταν
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
’φτάω(ευτάω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χατίριχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir
Πατέρα, ’κι ανασπάλλω σε

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost