.
.
fullscreen
Αητέντς επαραπέτανεν
ψηλά σα υπουράνια
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Και τα τσ̌αγγία τ’ κόκκινα
και το τσ̌αρκούλ’ν ατ’ μαύρον
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
Εκράτ’νεν και σα κάντζ̌ι͜α -ν- ατ’
παλληκαρί’ βραχ̌ι͜όναν
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

-Αητέ μ’, για δος μ’ ας σο κρατείς
για πέει με -ν- όθεν κείται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
-Ας σο κρατώ ’κι δίγω σε,
αρ’ όθεν κείται λέγω
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]

Τρισέλληνον εντώκανε
και κείται σκοτωμένος
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
και ’κ’ έχ̌’ μάναν να κλαίει ατον,
κύρην να πονισκάται
[Ούι! αμάν! αμάν! (x2)]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αητέντςαητός
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
βραχ̌ι͜όνανβραχίονα, μπράτσο βραχίων
δίγωδίνω
δοςδώσε
εκράτ’νενκρατούσε
εντώκανεχτύπησαν
επαραπέτανενπαραπετούσε, πετούσε πολλή ώρα ή πολύ ψηλά
έχ̌’έχει
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κείταικείτεται, ξαπλώνει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κρατείςκρατάς
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
παλληκαρί’παλληκαριού παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πέει(προστ.) πες
πονισκάταιπονάει κπ
τσ̌αγγίαείδος μαλακού περσικού (παρθικού) υποδήματος από τη βυζαντινή περίοδο και εξής, το οποίο αναφερόταν σε υπόδημα ψηλό μέχρι τα γόνατα (μπότα) από ερυθρό δέρμα που προσαρμοζόταν στην κνήμη με κορδόνια τζάγγα/τζαγγή ή τζαγγίον/zanca~zanga
τσ̌αρκούλ’νγυναικεία καλύπτρα, λειρί πτηνού
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αητέντςαητός
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
βραχ̌ι͜όνανβραχίονα, μπράτσο βραχίων
δίγωδίνω
δοςδώσε
εκράτ’νενκρατούσε
εντώκανεχτύπησαν
επαραπέτανενπαραπετούσε, πετούσε πολλή ώρα ή πολύ ψηλά
έχ̌’έχει
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κείταικείτεται, ξαπλώνει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κρατείςκρατάς
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
παλληκαρί’παλληκαριού παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πέει(προστ.) πες
πονισκάταιπονάει κπ
τσ̌αγγίαείδος μαλακού περσικού (παρθικού) υποδήματος από τη βυζαντινή περίοδο και εξής, το οποίο αναφερόταν σε υπόδημα ψηλό μέχρι τα γόνατα (μπότα) από ερυθρό δέρμα που προσαρμοζόταν στην κνήμη με κορδόνια τζάγγα/τζαγγή ή τζαγγίον/zanca~zanga
τσ̌αρκούλ’νγυναικεία καλύπτρα, λειρί πτηνού
Αητέντς

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost