.
.
Μια βραδιά στο «Κορτσόπον»

Τερέστε͜ ατεν την έμορφον

Τερέστε͜ ατεν την έμορφον
Τερέστε͜ ατεν την έμορφον,
τερέστεν το πιτσ̌ίμ’ν ατ’ς
Άτσ̌απσα ποίος άγγελος
θα σύρ’ και παίρ’ την ψ̌ην ατ’ς;

Παλληκαρόπον είμαι εγώ,
θα ’φτάγω αγουρότας
Έναν πρωί θα ευρήκ’ς με
οξ̌ωκά -ν- ας σην πόρτα σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγουρόταςγενναία, ανδρεία επιτεύγματα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άτσ̌απσαάραγε, αναρωτιέμαι acaba/ʿacebā
έμορφονόμορφο
ευρήκ’ςβρίσκεις
οξ̌ωκάέξω
παίρ’παίρνω/ει
παλληκαρόπονπαλληκαράκι παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πιτσ̌ίμ’νμορφή, όψη/πρόσωπο, σχέδιο, στυλ/τρόπος, κομψότητα biçim
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τερέστε(προστ.) κοιτάξτε
τερέστεν(προστ.) κοιτάξτε
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
ψ̌ηνψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγουρόταςγενναία, ανδρεία επιτεύγματα
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άτσ̌απσαάραγε, αναρωτιέμαι acaba/ʿacebā
έμορφονόμορφο
ευρήκ’ςβρίσκεις
οξ̌ωκάέξω
παίρ’παίρνω/ει
παλληκαρόπονπαλληκαράκι παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
πιτσ̌ίμ’νμορφή, όψη/πρόσωπο, σχέδιο, στυλ/τρόπος, κομψότητα biçim
ποίος(ερωτημ.) ποιός, (αναφ.αντων.) όποιος
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τερέστε(προστ.) κοιτάξτε
τερέστεν(προστ.) κοιτάξτε
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
ψ̌ηνψυχή
Τερέστε͜ ατεν την έμορφον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost