.
.
Ξενιτεία

Έναν έμορφον κορτσόπον

fullscreen
Έναν έμορφον κορτσόπον
δεκαέξ’ χρονών
Τυρα̤ννίζ’ τ’ εμόν το ψ̌όπον,
εμέν φαρμακών’

Έλα μετ’ εμέν, πουλόπο μ’,
ποδεδίζω σε -ν!
Κι ήντι͜αν θέλτς αδά σον κόσμον
θα χαρίζω σε

Έφυεν κι εμέν εφέκεν
τώρα μοναχόν
Την εγάπην ατ’ς ’κ’ εδέκεν
σ’ εμέν το φτωχόν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
δεκαέξ’δεκαέξι
εγάπηναγάπη
εδέκενέδωσε
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμορφονόμορφο
εφέκενάφησε
έφυενέφυγε
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
θέλτςθέλεις
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πουλόποπουλάκι
τυρα̤ννίζ’τυραννάω/ει, ταλαιπωρώ/εί
φαρμακών’φαρμακώνει, δηλητηριάζει
ψ̌όπονψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
δεκαέξ’δεκαέξι
εγάπηναγάπη
εδέκενέδωσε
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμορφονόμορφο
εφέκενάφησε
έφυενέφυγε
ήντι͜ανοτιδήποτε, ό,τι
θέλτςθέλεις
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπονκοριτσάκι
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
πουλόποπουλάκι
τυρα̤ννίζ’τυραννάω/ει, ταλαιπωρώ/εί
φαρμακών’φαρμακώνει, δηλητηριάζει
ψ̌όπονψυχούλα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost