.
.
Αούτα τα πλουμία

Αούτα τα πλουμία

Αούτα τα πλουμία
Το πόι σ’ ίσον κι έμορφον,
η καρδι͜ά σ’ έν’ μανέαν
Έκαψες με τον σεβταλήν,
μετ’ έναν ισ̌μαρέαν¹

Αούτα τα πλουμία
Θεού είναι δουλείαν
Ανθρώπ’ ’κι ’ίνεται να ευτάν’
αΐκον εμορφίαν
 
Τερείς με, ’κι πορεύω,
την πελι͜ά μ’ αραεύω
Φεύω να γουρταρεύκουμαι
και ξαν σουμά σ’ κονεύω

Αούτα τα πλουμία
Θεού είναι δουλείαν
Ανθρώπ’ ’κι ’ίνεται να ευτάν’
αΐκον εμορφίαν
 
Πουλόπο μ’ μυρωμένον,
άφωτον μαεμένον
Γεσίρ’  ένουμ’νε για τ’ εσέν’,
μικρόν λαλαχ̌εμένον
 
Αούτα τα πλουμία
Θεού είναι δουλείαν
Ανθρώπ’ ’κι ’ίνεται να ευτάν’
αΐκον εμορφίαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αΐκοντέτοιο/α
ανθρώπ’άνθρωποι
αούτααυτά
αραεύωψάχνω, αναζητώ, γυρεύω aramak tr
γεσίρ’κυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
γουρταρεύκουμαιγλυτώνω, διασώζομαι kurtarmak tr
δουλείανδουλειά
εμορφίανομορφιά
έμορφονόμορφο
έν’είναι
ένουμ’νεέγινα
ευτάν’κάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω gr
’ίνεταιγίνεται
ίσονίσιο
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κονεύωεγκαθίσταμαι, φωλιάζω, προσγειώνομαι (επί πτηνών) konmak tr
λαλαχ̌εμένονχαΐδεμένο, παραχαϊδεμένο
μαεμένονμαγεμένος/ο
μανέανκαπνιά, μαυρισμένος/η/ο από καπνιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ξανπάλι, ξανά
πελι͜άβάσανο, σκοτούρα bela tr
πλουμίακεντητά ή ζωγραφιστά διακοσμητικά σχέδια, μτφ. στολίδια pluma it
πόιύψος, μπόι (ανάστημα) boy tr
πορεύωνοικοκυρεύομαι, βγάζω τα απαραίτητα για να ζήσω, ζω, συντηρούμαι
πουλόποπουλάκι
σεβταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı tr
σουμάκοντά
τερείςκοιτάς
φεύωφεύγω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αΐκοντέτοιο/α
ανθρώπ’άνθρωποι
αούτααυτά
αραεύωψάχνω, αναζητώ, γυρεύω aramak tr
γεσίρ’κυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
γουρταρεύκουμαιγλυτώνω, διασώζομαι kurtarmak tr
δουλείανδουλειά
εμορφίανομορφιά
έμορφονόμορφο
έν’είναι
ένουμ’νεέγινα
ευτάν’κάνουν, φτιάχνουν εὐθειάζω gr
’ίνεταιγίνεται
ίσονίσιο
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κονεύωεγκαθίσταμαι, φωλιάζω, προσγειώνομαι (επί πτηνών) konmak tr
λαλαχ̌εμένονχαΐδεμένο, παραχαϊδεμένο
μαεμένονμαγεμένος/ο
μανέανκαπνιά, μαυρισμένος/η/ο από καπνιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
ξανπάλι, ξανά
πελι͜άβάσανο, σκοτούρα bela tr
πλουμίακεντητά ή ζωγραφιστά διακοσμητικά σχέδια, μτφ. στολίδια pluma it
πόιύψος, μπόι (ανάστημα) boy tr
πορεύωνοικοκυρεύομαι, βγάζω τα απαραίτητα για να ζήσω, ζω, συντηρούμαι
πουλόποπουλάκι
σεβταλήνερωτοχτυπημένο, ερωτευμένο sevdalı tr
σουμάκοντά
τερείςκοιτάς
φεύωφεύγω
Αούτα τα πλουμία
Σημειώσεις
¹ Αδόκιμος τύπος του «ισ̌μάρ’»=νεύμα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost