.
.
Γη του Πόντου

Έλα, γιαβρί μ’, ας σα μακρά

Έλα, γιαβρί μ’, ας σα μακρά
fullscreen
Ν’ αηλί τη μάναν π’ αναμέν’
ημέρας, μήνας, χρόνια
ατέ τον ξενιτέαν ατ’ς
και σύρ’ η ψ̌η τα πόνια

Έλα, γιαβρί μ’/πουλί μ’, ας σα  μακρά,
έλα ας σην ξενιτείαν
Έλα, περ’μέν’ -τ- σε -ν- έναν ψ̌ην,
πονεμένον καρδίαν

Εσέν όντες έχω σο νου μ’
τα νύχτας ’κι τελείνταν
Η ώρα χρόνος ’ίνεται,
τα δάκρυ͜α μ’ ’κι κανείνταν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αναμέν’περιμένει
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατέαυτή
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru
’ίνεταιγίνεται
κανείντανείναι αρκετά, επαρκούν για κτ ἱκανόω
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μήνας(τα) μήνες
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
νύχτας(ον.πληθ.,τα) νύχτες
ξενιτέανξενιτεμένο
όντεςόταν
περ’μέν’περιμένει
πόνια(ονομ.) πόνοι, (αιτ.) πόνους
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τελείνταν(αμτβ.) τελειώνουν, εξαντλούνται, μτφ. πεθαίνουν
ψ̌ηψυχή
ψ̌ηνψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
αναμέν’περιμένει
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ατέαυτή
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru
’ίνεταιγίνεται
κανείντανείναι αρκετά, επαρκούν για κτ ἱκανόω
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μήνας(τα) μήνες
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
νύχτας(ον.πληθ.,τα) νύχτες
ξενιτέανξενιτεμένο
όντεςόταν
περ’μέν’περιμένει
πόνια(ονομ.) πόνοι, (αιτ.) πόνους
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
τελείνταν(αμτβ.) τελειώνουν, εξαντλούνται, μτφ. πεθαίνουν
ψ̌ηψυχή
ψ̌ηνψυχή
Έλα, γιαβρί μ’, ας σα μακρά

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost