.
.
Η μάνα έν’ Θεός

Ση φέγγονος το φώταγμαν

Ση φέγγονος το φώταγμαν
Ση φέγγονος το φώταγμαν
εβγαίντς σο παραθύρι σ’
Κουίζω σε και ’κ’ έρχεσαι
και ’ίνουμαι γεσίρι σ’

Τραντάφυλλον να ’ίνουσ’νε
κι εγώ κρύο νερόπον
Εκχ̌ύγουμ’νε κι επότιζα,
ρίζα μ’, τ’ εσόν το ψ̌όπον 

Ση εκκλησίας την αυλήν
κάθουμαι και νουνίζω
Την Παναΐαν ορωτώ,
εσέν πώς θα κερδίζω;
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
γεσίρικυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr
εβγαίντςβγαίνεις
εκχ̌ύγουμ’νεεκχυνόμουν, χυνόμουν, εξέρρεα εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω
εσόνδικός/ή/ό σου
’ίνουμαιγίνομαι
’ίνουσ’νεγινόσουν
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κάθουμαικάθομαι
κουίζωφωνάζω, λαλώ, καλώ κπ ονομαστικά
νερόποννεράκι
νουνίζωσκέφτομαι
ορωτώρωτάω
τραντάφυλλοντριαντάφυλλο
φέγγονοςφεγγαριού
φώταγμανφωτισμός, λαμποκόπημα
ψ̌όπονψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
γεσίρικυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr
εβγαίντςβγαίνεις
εκχ̌ύγουμ’νεεκχυνόμουν, χυνόμουν, εξέρρεα εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω
εσόνδικός/ή/ό σου
’ίνουμαιγίνομαι
’ίνουσ’νεγινόσουν
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κάθουμαικάθομαι
κουίζωφωνάζω, λαλώ, καλώ κπ ονομαστικά
νερόποννεράκι
νουνίζωσκέφτομαι
ορωτώρωτάω
τραντάφυλλοντριαντάφυλλο
φέγγονοςφεγγαριού
φώταγμανφωτισμός, λαμποκόπημα
ψ̌όπονψυχούλα
Ση φέγγονος το φώταγμαν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost