.
.
Πισάγκωνα δεμένος

Παιδίν δεκατετράχρονον

Παιδίν δεκατετράχρονον
Εντάμα με την κεμεντζ̌έν
σ’ έναν πατημασέαν
Θα λέγω τα πονετικά μ’
μ’ ισούλκον τοξαρέαν

Παιδίν δεκατετράχρονον,
τα γένια μ’ πουλομάλλι͜α
Ερχίνεσεν να φτιλακίζ’
η ψ̌η μ’ εγάλι͜α-εγάλι͜α

Εείνο το φτιλάκισμαν
εγέντον χαλαρδία
Όντες επρωτοείδα ατεν,
Χριστέ και Παναΐα!

Εστάθεν και ετέρ’νε με
μ’ αγγελικόν θωρέαν
Σον πρόσωπον γλυκύμαυρος
τ’ ομμάτι͜α ατ’ς γερανέα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
γερανέαγαλάζια
εγέντονέγινε
εείνοεκείνο
εντάμαμαζί
ερχίνεσενάρχισε
εστάθενστάθηκε, σταμάτησε
ετέρ’νεκοιτούσε
θωρέανθωριά, όψη
ισούλκονήσυχο/η, αθόρυβο/η, ρυθμικό usul<uṣūl
κεμεντζ̌ένλύρα kemençe/kemānçe
ομμάτι͜αμάτια
όντεςόταν
ΠαναΐαΠαναγιά
πατημασέανπατημασιά
πουλομάλλι͜αμαλλιά μαλακά σαν πούπουλα
τοξαρέανδοξαριά
φτιλακίζ’σπαρταρά, πάλλεται γρήγορα
φτιλάκισμανσπαρτάρισμα, σπασμωδικές κινήσεις
χαλαρδίαπλημμύρα χειμάρρου
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ατεναυτήν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
γερανέαγαλάζια
εγέντονέγινε
εείνοεκείνο
εντάμαμαζί
ερχίνεσενάρχισε
εστάθενστάθηκε, σταμάτησε
ετέρ’νεκοιτούσε
θωρέανθωριά, όψη
ισούλκονήσυχο/η, αθόρυβο/η, ρυθμικό usul<uṣūl
κεμεντζ̌ένλύρα kemençe/kemānçe
ομμάτι͜αμάτια
όντεςόταν
ΠαναΐαΠαναγιά
πατημασέανπατημασιά
πουλομάλλι͜αμαλλιά μαλακά σαν πούπουλα
τοξαρέανδοξαριά
φτιλακίζ’σπαρταρά, πάλλεται γρήγορα
φτιλάκισμανσπαρτάρισμα, σπασμωδικές κινήσεις
χαλαρδίαπλημμύρα χειμάρρου
ψ̌ηψυχή
Παιδίν δεκατετράχρονον

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost