.
.
Χ̌ελιδόν’ σον ουρανόν

Τ’ αρνί μ’ φορτούται το ζυγόν

Σιμά σα ξημερώματα
εφώταξεν, μερώνει
Τ’ αρνί μ’ φορτούται το ζυγόν
να φέρ’ κρύον νερόν -ι

Σιμά σα ξημερώματα
ο ήλιον χα θα παίρει
Τερώ πώς σιμών’ σο πεγ̆άδ’
τ’ εμόν το φωταχτέρι

Τα εμπροκάρδι͜α σ’ τρίφκουνταν
άμον τα χ̌ι͜ορομύλι͜α
Βουρέας τα μουρατόπα μ’
’ίν’νταν φτερά και φύλλα

Αν θέλτς να εξέρω για τ’ εμέν
ντ’ άγνα κρούει η καρδία σ’
Στρέξον να αφουκράται͜ ατο
τ’ ωτί μ’ απέσ’ σα ψ̌ήα σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άγνασπουδαία, θαυμαστά, αλλόκοτα, παράξενα ἀγνώς (άγνωστος)<ἀ- + γιγνώσκω gr
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απέσ’μέσα
αφουκράταιαφουγκράζεται
βουρέας(ποσότητα) χούφτες, χουφτιές vola=η παλάμη του χεριού ή το πέλμα του ποδιού it
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
εμπροκάρδι͜ατα στήθη, το μέρος έμπροσθεν της καρδιάς
εξέρωξέρω
εφώταξενφώτισε
ζυγόνζυγός ξύλινος (εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων ή για κουβάλημα νερού με κουβάδες προσαρτημένους σε κάθε άκρη) / μέτρο έκτασης στην πορεία του ήλιου ισοδύναμο με μια ώρα
θέλτςθέλεις
’ίν’ντανγίνονται
κρούειχτυπάει κρούω gr
μερώνειξημερώνει
μουρατόπα(υποκορ.) επιθυμίες, πόθοι murat/murād + -όπα trae
ντ’ άγνατι περίεργα; τι αλλόκοτα; τι αξιοθαύμαστα;
παίρειπαίρνει
πεγ̆άδ’βρύση
σιμάκοντά
σιμών’σιμώνει, πλησιάζει
στρέξον(προστ.) δώσε συγκατάθεση, συγκατάνευσε, μείνε ευχαριστημένος/η
τερώκοιτώ
φέρ’φέρνω/ει
φορτούταιφορτώνεται
φωταχτέριαπαστράπτον, λαμπερό, μτφ. όμορφο
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ωτίαυτί
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άγνασπουδαία, θαυμαστά, αλλόκοτα, παράξενα ἀγνώς (άγνωστος)<ἀ- + γιγνώσκω gr
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
απέσ’μέσα
αφουκράταιαφουγκράζεται
βουρέας(ποσότητα) χούφτες, χουφτιές vola=η παλάμη του χεριού ή το πέλμα του ποδιού it
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
εμπροκάρδι͜ατα στήθη, το μέρος έμπροσθεν της καρδιάς
εξέρωξέρω
εφώταξενφώτισε
ζυγόνζυγός ξύλινος (εξάρτημα για το ζέψιμο των ζώων ή για κουβάλημα νερού με κουβάδες προσαρτημένους σε κάθε άκρη) / μέτρο έκτασης στην πορεία του ήλιου ισοδύναμο με μια ώρα
θέλτςθέλεις
’ίν’ντανγίνονται
κρούειχτυπάει κρούω gr
μερώνειξημερώνει
μουρατόπα(υποκορ.) επιθυμίες, πόθοι murat/murād + -όπα trae
ντ’ άγνατι περίεργα; τι αλλόκοτα; τι αξιοθαύμαστα;
παίρειπαίρνει
πεγ̆άδ’βρύση
σιμάκοντά
σιμών’σιμώνει, πλησιάζει
στρέξον(προστ.) δώσε συγκατάθεση, συγκατάνευσε, μείνε ευχαριστημένος/η
τερώκοιτώ
φέρ’φέρνω/ει
φορτούταιφορτώνεται
φωταχτέριαπαστράπτον, λαμπερό, μτφ. όμορφο
ψ̌ήαψυχές, η περιοχή του στέρνου, τα εσώψυχα
ωτίαυτί

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost