.
.
Πανόραμα ποντιακού τραγουδιού

Αχπαστόν ελαφρό

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Αχπαστόν ελαφρό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ανάθεμα [γιάβρι μ’] άι! τα μακρά,
όθεν ’κι πάει λαλία [γιαρ]
[άμαν, γιάβρι μ’]
όθεν ’κι πάει λαλία[γιαρ]
Εσύ πα, ρίζα μ’, πώς θα χ̌αίρεσαι
μετ’ ατό την καρδίαν; [γιαρ]
[άμαν, γιάβρι μ’]
μετ’ ατό την καρδίαν; [γιαρ]

Εσύ το κομμενόχρονον [γιαβρί μ’]
άι! το καταραμένον [γιαρ]
[άμαν, γιάβρι μ’]
άι! το καταραμένον [γιαρ]
Κρύον νερόν [πουλί μ’] γιατί ’κχ̌ύντς
[άι!] σην καρδι͜ά μ’ το καμένον; [γιαρ]
[άμαν, γιάβρι μ’]
σην καρδι͜ά μ’ το καμένον; [γιαρ]

Μάνα, μάνα, χαΐναινα
μάνα, πολλά κακέσσα [γιαρ]
[άμαν, γιάβρι μ’]
μάνα, πολλά κακέσσα [γιαρ]
Η μαναχ̌ία αν [γιάβρι μ’] έν’ καλόν,
πέσκα συ μοναχέσσα [γιαρ]
[άμαν, γιάβρι μ’]
πέσκα συ μοναχέσσα [γιαρ]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμαναλλά ama/ammā trae
ατόαυτό
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru tr
γιάβριμωρό, μικρό, παιδί yavru tr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
έν’είναι
κακέσσακακιά
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κομμενόχρονοναυτό που είθε να του κοπούν τα χρόνια
’κχ̌ύντςεκχύνεις, χύνεις, εκβάλλεις εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
λαλίαλαλιά, φωνή
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μαναχ̌ίαμοναξιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
μοναχέσσαμόνη, μονάχη
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
παπάλι, επίσης, ακόμα
πέσκα(προστ.) ξάπλωσε πέσ’ κα’<πέσου κάτω gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
χαΐναινασκληρόκαρδη, άπονη, άγρια hain/ḫāʾin trae
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμαναλλά ama/ammā trae
ατόαυτό
γιαβρίμωρό, μικρό, παιδί yavru tr
γιάβριμωρό, μικρό, παιδί yavru tr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
έν’είναι
κακέσσακακιά
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κομμενόχρονοναυτό που είθε να του κοπούν τα χρόνια
’κχ̌ύντςεκχύνεις, χύνεις, εκβάλλεις εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
λαλίαλαλιά, φωνή
μακρά(επιρρ.) μακριά, (επιθ.) μακρινά, απομακρυσμένα
μαναχ̌ίαμοναξιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
μοναχέσσαμόνη, μονάχη
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
παπάλι, επίσης, ακόμα
πέσκα(προστ.) ξάπλωσε πέσ’ κα’<πέσου κάτω gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
χαΐναινασκληρόκαρδη, άπονη, άγρια hain/ḫāʾin trae
Αχπαστόν ελαφρό

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost