.
.
Πανόραμα ποντιακού τραγουδιού

Τσ̌οπάνος

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τσ̌οπάνος
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Τσ̌οπάνος με τα πρόατα
λάσ̌κεται σα ραχ̌ία
[Όι! όι! όι! - λάσ̌κεται σα ραχ̌ία]
Πίνει τα κρύα τα νερά
και σύρ’ τη μαναχ̌ίαν
[Όι! όι! όι! - και σύρ’ τη μαναχ̌ίαν]

Έναν κορίτσ’ σ’ όρωμαν ατ’
ελέπει τον τσ̌οπάνον
[Όι! όι! όι! - ελέπει τον τσ̌οπάνον]
Παρακαλεί τη μάναν ατ’ς
να ’φτάει ατ’ έναν πάλον
[Όι! όι! όι! - να ’φτάει ατεναν πάλον]

Τσ̌οπάνε μ’, ντό γιοσμάς είσαι;
Νασάν που έ͜ει σε άντραν!
[Όι! όι! όι! - νασάν που έ͜ει σε άντραν!]
Άφ’ς ατα κι έλα μετ’ εμέν,
τα πρόατα ’κι χάν’νταν
[Όι! όι! όι! - τα πρόατα ’κι χάν’νταν]

Και πού ν’ αφήνω τ’ άκλερα;
’κι ’ίνεται η καρδία μ’!
[Όι! όι! όι! - ’κι ’ίνεται η καρδία μ’]
Αύριο έλα εύρα με
απάν’ καικά σ’ ορμία
[Όι! όι! όι! - απάν’ καικά σ’ ορμία]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άκλεραάκληρα, φτωχά, δυστυχή, ταλαίπωρα
απάν’πάνω
ατααυτά
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άφ’ς(προστ.) άφησε
γιοσμάςκομψός, λεβέντης νέος yosma
έ͜ειέχει
ελέπειβλέπει
εύραβρήκα, (ιδιωμ. προστ.) βρες
’ίνεταιγίνεται
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
’κιδεν οὐκί<οὐχί
λάσ̌κεταιπεριφέρεται, τριγυρνά, περιπλανιέται ἀλάομαι/ηλάσκω
μαναχ̌ίανμοναξιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νασάνχαρά σε
ορμίαρυάκια, ρεματιές
όρωμανόνειρο
πάλον(ή πάλλον) χορός, χοροεσπερίδα ballo<βαλλίζω (=κουνώ, χορεύω)
πρόαταπρόβατα
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
’φτάει(ευτάει) κάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
χάν’ντανχάνονται, διώχνονται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άκλεραάκληρα, φτωχά, δυστυχή, ταλαίπωρα
απάν’πάνω
ατααυτά
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
άφ’ς(προστ.) άφησε
γιοσμάςκομψός, λεβέντης νέος yosma
έ͜ειέχει
ελέπειβλέπει
εύραβρήκα, (ιδιωμ. προστ.) βρες
’ίνεταιγίνεται
καικάπρος τα κάτω, εκεί ακριβώς, κοντά
’κιδεν οὐκί<οὐχί
λάσ̌κεταιπεριφέρεται, τριγυρνά, περιπλανιέται ἀλάομαι/ηλάσκω
μαναχ̌ίανμοναξιά
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νασάνχαρά σε
ορμίαρυάκια, ρεματιές
όρωμανόνειρο
πάλον(ή πάλλον) χορός, χοροεσπερίδα ballo<βαλλίζω (=κουνώ, χορεύω)
πρόαταπρόβατα
ραχ̌ίαράχες, βουνά
σύρ’σύρω/ει, τραβάω/ει, ρίχνω/ει
’φτάει(ευτάει) κάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
χάν’ντανχάνονται, διώχνονται
Τσ̌οπάνος

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost