Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Ούι, ούι, ούι!
Βίρα, α, βίρα, α!
Κατεβαίνουν, κατεβαίνουν από τα ορεινά λιβάδια
τα ποτάμια του Μπαϊμπούρτ.
Κορίτσι, πού τα μεγάλωσες
εκείνα τα μεγάλα στήθη;
Κατεβαίνοντας από τη Ζύγανα,
σταμάτησε το αμάξι μου.
Κι αυτή η ερωτευμένη μου καρδιά
στη Ματσούκα διανυκτέρευσε.
Στην κορυφή της Ζύγανας
το σύννεφό μου γίνεται πυκνή ομίχλη.
Εσύ, Ρωμιοπούλα μου,
δεν έχεις καθόλου έλεος;
Έλα να πάμε, να πάμε
στη Ματσούκα της Τραπεζούντας.
Φοβάμαι, κορίτσι μου,
μη σε δώσουν σε κάποιον άλλον.
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Ούι, ούι, ούι!
Βίρα, α, βίρα, α!
Ήρθα τη νύχτα στην πόρτα σου,
μα εσύ κοιμόσουν, κοιμόσουν.
Δεν μου άνοιξες τις πόρτες,
με άφησες να περιμένω.
Από τα ορεινά λιβάδια κατεβαίνουν τ’ άλογα
και βόσκουν στην άκρη του δρόμου.
Μην κοιμάσαι μπρούμυτα, κορίτσι,
γιατί θα σε πονέσουν τα στήθη σου.
Ανάβει τα λυχνάρια,
φοράει τα σκουλαρίκια της.
Βγαίνει μπροστά στο παράθυρο
και μου κάνει νάζια.
Της Μαύρης Θάλασσας τα νερά,
πόσο μαύρα είναι, πόσο μαύρα!
Έχει ρίξει τα μαλλιά της στο πλάι
και τα χτενίζει από τη μια μεριά.
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Ούι, ούι, ούι!
Βίρα, α, βίρα, α!
Έρχεται ο ήλιος και φωτίζει
τα χρωματιστά αρχοντικά.
Αχ, να βάλω τα δόντια μου
στα μάγουλά σου, τα μηλοκόκκινα!
Περνάς πάνω από την ορεινή ράχη,
μήπως κουβαλάς ξύλα;
Μήπως σε τσίμπησε κανένας ψύλλος
και ξύνεις το στήθος σου;
Ομίχλη μου, προς το βουνό πηγαίνεις;
Πάνω στο βουνό θα πέσεις σαν βροχή;
Κορίτσι, στο σπίτι του πατέρα σου
πόσο ακόμη θα μείνεις;
Μην ανεβαίνεις πλάι στο ρέμα,
θα σε γρατζουνίσουν οι θάμνοι.
Εκείνο το λυγερό κορμί σου,
σαν γαύρος ψηλό, θα το δουν τα παλικάρια.
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα!
Ανέβηκα στην τριανταφυλλιά, μα δεν γέλασα,
έπεσα από την τριανταφυλλιά, μα δεν πέθανα.
Σ’ αυτόν τον κόσμο που κρατάει δυο μέρες
δεν κατάφερα να εκπληρώσω τον πόθο μου.
Αγάπη μου, μην τριγυρνάς στα ορεινά λιβάδια,
θα χαθείς μέσα στην ομίχλη.
Έλα να περπατήσουμε μαζί,
γιατί εσύ μου ταιριάζεις.
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Ούι, ούι, ούι!
Βίρα, α, βίρα, α!
Πάτα απαλά κι έλα,
να μην τρίζουν οι σανίδες.
Κάνε τον γύρο του σπιτιού,
να μη σε ακούσει η μάγισσα η μάνα σου.
Κόκκινο δέντρο, δικό μου είσαι,
ας τρυπηθούν τα φύλλα σου.
Έλα, κάθισε να κουβεντιάσουμε,
τι όμορφη νύφη που είσαι!
Στην αγορά των Σουρμένων
έρχονται και κάθονται τα κορίτσια.
Κι όποιος δεν ξέρει, θα νομίσει
πως κατέβηκαν αστέρια από τον ουρανό.
Από εδώ και πάνω
έρχεται ο ήλιος, ο ήλιος.
Βάλε το μαντίλι στο κεφάλι σου,
για να μη σε κάψει ο ήλιος.
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Ούι, ούι, ούι!
Βίρα, α, βίρα, α!
Στην κορυφή του δικού μας βουνού
μήπως θα πας να κόψεις ξύλα;
Αφού δεν σε πήραν τα κορίτσια,
ανύπαντρος θα μείνεις;
Κοίτα τον γαύρο, κοίτα τον γαύρο,
το πρόβατο μπλέχτηκε στ’ αγκάθια.
Τους παλιούς μας τους έρωτες,
Αϊσέ μου, ας τους ξαναζήσουμε.
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα, βίρα, βίρα, βίρα
Βίρα!