.
.
Ο Σιμούλτς κι ο Πόλιον μίαν κι άλλο

’Πήγαμε σο Ταλταπάν¹

’Πήγαμε σο Ταλταπάν¹
fullscreen
’Πήγαμε σο Ταλταπάν,
εκείσαν τ’ ὲν’ τ’ άλλ’ απάν’
’Πήγαμ’ κι εμείς εκειαπάν’,
επέσαμε κι άλλ’ απάν’

Μάνα, μάνα, για τ’ εμέν
Πέει ατεν ας αναμέν’
Αν ’κ’ έρχουμ’ ούσνα βραδύν’,
φίλ’ α̤τεν κι ας πάει δι͜αβαίν’

Όι! Αηλί εμέν! Ν’ αηλί!
Πώς θα παίρω τον Αλή;
Κι άμον άπλυτον μαλλίν
πάντα κείται σην αυλή

Έλα, ποδεδίζω σε
έμορφος μελαχρινή
Γέροντας με τα γυαλία
ελέπ’ σε κι ομμάτι͜α ανοί’

Έλα, ποδεδίζω σε
αψηλοξεροκιανέσσα
Ταγιανίζ’ το καρδόπο σ’
Και κοιμάσαι μαναχέσσα;
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
αναμέν’περιμένει
ανοί’ανοίγει
απάν’πάνω
ατεναυτήν
α̤τεναυτήν
αψηλοξεροκιανέσσαψηλή και ξερακιανή
βραδύν’βραδιάζει
δι͜αβαίν’(για τόπο) περνάει/ώ, διασχίζει/ω, (για χρόνο) περνάει/ώ διαβαίνω
εκειαπάν’εκεί πάνω
εκείσανκείτονταν, ξάπλωναν
ελέπ’βλέπει/βλέπω
έμορφοςόμορφος/η
ὲν’ένα
έρχουμ’ερχόμουν
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καρδόποκαρδούλα
κείταικείτεται, ξαπλώνει
μαναχέσσαμονάχη
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ομμάτι͜αμάτια
ούσναμέχρι που, έως ότου
παίρωπαίρνω
πέει(προστ.) πες
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ταγιανίζ’αντέχω/ει, βαστάω/ει, υπομένω/ει dayanmak
ΤαλταπάνΙστορικό προάστιο της Αργυρούπολης (Gümüşhane) του Πόντου και σήμερα αποτελεί το κεντρικό εμπορικό και διοικητικό τμήμα της σύγχρονης πόλης Γκιουμουσχανέ στην Τουρκία. daltaban (=ξυπόλητος, μτφ. άξεστος)
φίλ’(προστ. φιλώ) φίλα, (πληθ. φίλον) φίλοι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
αναμέν’περιμένει
ανοί’ανοίγει
απάν’πάνω
ατεναυτήν
α̤τεναυτήν
αψηλοξεροκιανέσσαψηλή και ξερακιανή
βραδύν’βραδιάζει
δι͜αβαίν’(για τόπο) περνάει/ώ, διασχίζει/ω, (για χρόνο) περνάει/ώ διαβαίνω
εκειαπάν’εκεί πάνω
εκείσανκείτονταν, ξάπλωναν
ελέπ’βλέπει/βλέπω
έμορφοςόμορφος/η
ὲν’ένα
έρχουμ’ερχόμουν
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καρδόποκαρδούλα
κείταικείτεται, ξαπλώνει
μαναχέσσαμονάχη
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
ομμάτι͜αμάτια
ούσναμέχρι που, έως ότου
παίρωπαίρνω
πέει(προστ.) πες
ποδεδίζω(ενεργ. και μέση) χαίρομαι, απολαμβάνω, προσκυνώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ποδεδίζω σενα σε χαρώ από+δέδιν (<δείδω=φοβάμαι, ανησυχώ)
ταγιανίζ’αντέχω/ει, βαστάω/ει, υπομένω/ει dayanmak
ΤαλταπάνΙστορικό προάστιο της Αργυρούπολης (Gümüşhane) του Πόντου και σήμερα αποτελεί το κεντρικό εμπορικό και διοικητικό τμήμα της σύγχρονης πόλης Γκιουμουσχανέ στην Τουρκία. daltaban (=ξυπόλητος, μτφ. άξεστος)
φίλ’(προστ. φιλώ) φίλα, (πληθ. φίλον) φίλοι
’Πήγαμε σο Ταλταπάν¹
Σημειώσεις
¹ Ιστορικό προάστιο της Αργυρούπολης (Gümüşhane) του Πόντου και σήμερα αποτελεί το κεντρικό εμπορικό και διοικητικό τμήμα της σύγχρονης πόλης Γκιουμουσχανέ στην Τουρκία. Βρίσκεται χαμηλότερα από την παλιά πόλη (την ιστορική Αργυρούπολη ή "Eski Gümüşhane"), στις όχθες του ποταμού Χαρσιώτη (τουρκικά: Harşit Çayı). Ενώ η παλιά Αργυρούπολη ήταν χτισμένη αμφιθεατρικά σε πλαγιά βουνού για λόγους ασφαλείας και λόγω των ορυχείων, το Ταλταπάν αναπτύχθηκε στην πεδιάδα/κοιλάδα. Μετά την παρακμή των μεταλλείων τον 19ο αιώνα, οι κάτοικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την παλιά πόλη που ήταν δυσπρόσιτη και να εγκαθίστανται χαμηλότερα στο Ταλταπάν. Έτσι, το Ταλταπάν έγινε ουσιαστικά η Νέα Αργυρούπολη, το εμπορικό και συγκοινωνιακό κέντρο της περιοχής. Πριν από την Ανταλλαγή των Πληθυσμών (1923), το Ταλταπάν κατοικούνταν από Έλληνες (Ποντίους) και Τούρκους. Εκεί υπήρχε η συνοικία του Αγίου Γεωργίου, καθώς και σημαντικά κτίρια όπως το Διοικητήριο, το Ταχυδρομείο και πανδοχεία (χάνια). Η παλιά πόλη επικοινωνούσε με το Ταλταπάν μέσω λιθόκτιστων γεφυρών που διέσχιζαν τον ποταμό Χαρσιώτη.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost