.
.
Παραδοσιακοί σκοποί της Ματσούκας του Πόντου

Τικ

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τικ
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Εσ̌ύριζα τα πρόατα μ’,
έμπρου κιάν’ η Κιαλίτσα
Τ’ εμόν την καρδι͜ά έκαψεν
έμορφος τρυγονίτσα

-Μαύρε Σαχπαζάρ’

Κουτνίν σπαρέλ’ θα ’φτάγω σε,
κουμάσ̌’ Χατσαβερίτ’κον
Ράψην να έχ̌’ Καπίκεης
και χάρτσ̌ιν Λιβερίτ’κον

Σο χωραφάκρι σ’ εκάθουμ’
αρ’ άμον χωμολέας
Εκάθουμ’ και -ν- εμέτρανα
τσ’ εγάπ’ς τα μακελλέας

Σον Θεόν βαρύν να μη έν’
κάτ’ θα λέω, παιδία
Ο θάνατον ’κι σύρκεται,
τσ’ εγάπ’ς αροθυμία

Ανάθεμα, ανάθεμα,
αναθεματιγμένον
Θέλω να καλατσ̌εύω σε,
’κι θέλτς με αφορισμένον

Εφόρεσεν κι ενέλλαξεν
ση μάνας ατ’ς επέγ’νεν
Εντώκεν κι ετυλίε με,
η πεθερά τ’ς ετέρ’νεν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
αροθυμίανοσταλγία
ατ’ςαυτής, της
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
εγάπ’ςαγάπης
εκάθουμ’καθόμουν
εμέτραναμετρούσα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμορφοςόμορφος/η
έμπρουεμπρός, μπροστά
έν’είναι
ενέλλαξενφόρεσε καλά/γιορτινά ρούχα
εντώκενχτύπησε
επέγ’νενπήγαινε, προχωρούσε, έφευγε
εσ̌ύριζασφύριζα
ετέρ’νενκοιτούσε
ετυλίετυλίχθηκε
εφόρεσενφόρεσε ρούχα
έχ̌’έχει
θάνατονθάνατος
θέλτςθέλεις
καλατσ̌εύωμιλάω, συνομιλώ, συζητώ keleci=καλός λόγος (Παλαιά Τουρκική Ανατολίας)
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
κουμάσ̌’υφαντό υλικό από βαμβάκι, μαλλί, μετάξι κ.λπ. που υφαίνεται σε μηχανή, δαντέλα kumaş/ḳumāş
κουτνίνείδος χοντρού, στενού υφάσματος υφασμένου από βαμβάκι ή από βαμβάκι αναμεμειγμένο με μετάξι kutnu/ḳuṭnī<qutn (قُطْن)=βαμβάκι
μακελλέαςσκαπανιές, τσαπιές μάκελλος/μακέλλῃ (μία + κέλλω=κοψιμο μιάς κατευθυνσης, μιας πλευράς)
παιδίαπαιδιά
πρόαταπρόβατα
ράψηνραφή
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
σύρκεταιτραβιέται, αντέχεται
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χάρτσ̌ινσυμπληρωματικό ή διακοσμητικό σιρίτιο που χρησιμοποιείται κατά το ράψιμο ρούχων harç<ḫarc
χωμολέαςτο έντομο μυρμηκολέων χῶμα + λέων
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα
αροθυμίανοσταλγία
ατ’ςαυτής, της
αφορισμένοναφορισμένο, αναθεματισμένο
εγάπ’ςαγάπης
εκάθουμ’καθόμουν
εμέτραναμετρούσα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμορφοςόμορφος/η
έμπρουεμπρός, μπροστά
έν’είναι
ενέλλαξενφόρεσε καλά/γιορτινά ρούχα
εντώκενχτύπησε
επέγ’νενπήγαινε, προχωρούσε, έφευγε
εσ̌ύριζασφύριζα
ετέρ’νενκοιτούσε
ετυλίετυλίχθηκε
εφόρεσενφόρεσε ρούχα
έχ̌’έχει
θάνατονθάνατος
θέλτςθέλεις
καλατσ̌εύωμιλάω, συνομιλώ, συζητώ keleci=καλός λόγος (Παλαιά Τουρκική Ανατολίας)
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κιάν’και άνω, και εξής, και πέρα
κουμάσ̌’υφαντό υλικό από βαμβάκι, μαλλί, μετάξι κ.λπ. που υφαίνεται σε μηχανή, δαντέλα kumaş/ḳumāş
κουτνίνείδος χοντρού, στενού υφάσματος υφασμένου από βαμβάκι ή από βαμβάκι αναμεμειγμένο με μετάξι kutnu/ḳuṭnī<qutn (قُطْن)=βαμβάκι
μακελλέαςσκαπανιές, τσαπιές μάκελλος/μακέλλῃ (μία + κέλλω=κοψιμο μιάς κατευθυνσης, μιας πλευράς)
παιδίαπαιδιά
πρόαταπρόβατα
ράψηνραφή
σπαρέλ’μέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
σύρκεταιτραβιέται, αντέχεται
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω
χάρτσ̌ινσυμπληρωματικό ή διακοσμητικό σιρίτιο που χρησιμοποιείται κατά το ράψιμο ρούχων harç<ḫarc
χωμολέαςτο έντομο μυρμηκολέων χῶμα + λέων
Τικ

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost