.
.
Το παρόν του Πόντου

Κορτσόπον δεκαέξ’ χρονών

Κορτσόπον δεκαέξ’ χρονών
Φαρμάκ’ έν’ όλεν η ζωή μ’, [αμάν]
μανίτσα μ’, για τ’ εμένα [ούι, αμάν]
Καίουμαι και βρουλίουμαι [αμάν]
σα έρημα τα ξένα [ούι, αμάν]

Το ραχ̌ίν χ̌ιονίεται,
παίρ’ ο ήλον λύεται
Κι εγώ τηνάν αγαπώ [αμάν]
το καρδόπο μ’ λύεται

Τα δά̤κρα̤ μ’ τρέχ’νε άμον βρεχ̌ήν [αμάν]
την καρδά̤ μ’ τογραεύ’νε [ούι, αμάν]
Κανείς αδά ’κ’ επόρεσεν [αμάν]
παρηγορι͜ά να δί’ με [ούι, αμάν]

Το ραχ̌ίν χ̌ιονίεται,
παίρ’ ο ήλεν λύεται
Κι εγώ τηνάν αγαπώ [αμάν]
το καρδόπο μ’ λύεται

Εγάπεσα, μανίτσα μ’, [όι, αμάν]
εδέκα το κορμόπο μ’ [ούι, αμάν]
Επίστεψα σα όρκους ατ’ [αμάν]
κι έκαψα το καρδόπο μ’ [ούι, αμάν]

Τ’ αιϊδόπον βόσ̌κεται,
σ̌υρίζ’ ατο, κλώσ̌κεται
Εγώ τηνάν αγαπώ [αμάν]
ταραπουλούζ’ ζώσ̌κεται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
ατ’αυτού/του
βόσ̌κεταιβοσκάει
βρεχ̌ήνβροχή
βρουλίουμαιφλέγομαι, καίγομαι brûler fr
δά̤κρα̤δάκρυα
δί’δίνει
εγάπεσααγάπησα
εδέκαέδωσα
έν’είναι
επόρεσενμπόρεσε
ζώσ̌κεταιζώνεται, φοράει πάνω του ζώννυμι gr
ήλενήλιος/ήλιο
ήλονήλιο/ήλιος
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καίουμαικαίγομαι
καρδά̤καρδιά
καρδόποκαρδούλα
κλώσ̌κεται(αμετάβ.) γυρίζει, επιστρέφει
κορμόποκορμάκι
λύεταιλιώνει
μανίτσαμανούλα
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
παίρ’παίρνω/ει
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
σ̌υρίζ’σφυρίζω/ει σῦριγξ gr
ταραπουλούζ’μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό Ṭarābulus<Τρίπολις [η Τρίπολη του Λιβάνου φημιζόταν ιστορικά για την παραγωγή μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων, κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και νωρίτερα, στη μεσαιωνική εποχή] aegr
τηνάναυτόν/ην που
τογραεύ’νεκομματιάζουν doğramak tr
τρέχ’νετρέχουν
φαρμάκ’φαρμάκι, δηλητήριο
χ̌ιονίεταιχιονίζεται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
ατ’αυτού/του
βόσ̌κεταιβοσκάει
βρεχ̌ήνβροχή
βρουλίουμαιφλέγομαι, καίγομαι brûler fr
δά̤κρα̤δάκρυα
δί’δίνει
εγάπεσααγάπησα
εδέκαέδωσα
έν’είναι
επόρεσενμπόρεσε
ζώσ̌κεταιζώνεται, φοράει πάνω του ζώννυμι gr
ήλενήλιος/ήλιο
ήλονήλιο/ήλιος
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
καίουμαικαίγομαι
καρδά̤καρδιά
καρδόποκαρδούλα
κλώσ̌κεται(αμετάβ.) γυρίζει, επιστρέφει
κορμόποκορμάκι
λύεταιλιώνει
μανίτσαμανούλα
όλενόλη/ο, ολόκληρη/ο
παίρ’παίρνω/ει
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
σ̌υρίζ’σφυρίζω/ει σῦριγξ gr
ταραπουλούζ’μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό Ṭarābulus<Τρίπολις [η Τρίπολη του Λιβάνου φημιζόταν ιστορικά για την παραγωγή μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων, κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο αλλά και νωρίτερα, στη μεσαιωνική εποχή] aegr
τηνάναυτόν/ην που
τογραεύ’νεκομματιάζουν doğramak tr
τρέχ’νετρέχουν
φαρμάκ’φαρμάκι, δηλητήριο
χ̌ιονίεταιχιονίζεται
Κορτσόπον δεκαέξ’ χρονών

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost