.
.
Βιώματα

Βιώματα 39

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Βιώματα 39
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
[Και -ν-] Ο άντρας σου του σ̌κύλ’ ο γιον
’κι ’ξέρ’ το μεκατίρι σ’
Πώς ταγιανίζ’ το ψ̌όπον ατ’
και χαλάν’ το χατίρι σ’;

[Και] Πάντα με τ’ «αχ» και με το «βαχ»,
πάντα ν’ αϊλί εμέναν
Πάντα -ν- η καρδι͜ά μ’ γεραλίν
τ’ ομμάτι͜α μ’ δα̤κρωμένα -ι

[Και -ν-] Ανάθεμα σε, νε σεβτι͜ά
ας σο καρδόπο μ’ έβγα
Εκάτσα κα’ κι εράεψα,
τσ’ εγάπ’ς την άκραν ’κ’ εύρα -ι

[Και -ν-] Εκάτσα κα’ και -ν- έκλαιγα
θ’ εσπάν’νεν η καρδία μ’
Εθάρρ’να θα καλατσ̌εύς με -ν-
ας σην φωτογραφίαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άκρανάκρη, αρχή
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατ’αυτού/του
γεραλίνπληγωμένο, τραυματισμένο yaralı tr
δα̤κρωμέναδακρυσμένα
έβγα(προστ.) βγες
εγάπ’ςαγάπης
εθάρρ’ναθαρρούσα, πίστευα, νόμιζα
εκάτσακάθισα
εράεψαέψαξα, γύρεψα, αναζήτησα aramak tr
εσπάν’νενέσκαγε, εκρηγνυόταν
εύραβρήκα, (ιδιωμ. προστ.) βρες
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κα’κάτω
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
μεκατίριαξία (ηθική), ποσότητα, ικανότητα (ενικ.) miḳdār/ (πληθ.) meḳādīr/mawaqīdīr ae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ομμάτι͜αμάτια
σεβτι͜άέρωτας sevda/sevdā trae
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
ταγιανίζ’αντέχω/ει, βαστάω/ει, υπομένω/ει dayanmak tr
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
χαλάν’χαλάω/ει, καταστρέφω/ει
χατίριχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
ψ̌όπονψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άκρανάκρη, αρχή
ας σηναπ’ την ασό σην (από την)
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατ’αυτού/του
γεραλίνπληγωμένο, τραυματισμένο yaralı tr
δα̤κρωμέναδακρυσμένα
έβγα(προστ.) βγες
εγάπ’ςαγάπης
εθάρρ’ναθαρρούσα, πίστευα, νόμιζα
εκάτσακάθισα
εράεψαέψαξα, γύρεψα, αναζήτησα aramak tr
εσπάν’νενέσκαγε, εκρηγνυόταν
εύραβρήκα, (ιδιωμ. προστ.) βρες
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κα’κάτω
καρδόποκαρδούλα
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
μεκατίριαξία (ηθική), ποσότητα, ικανότητα (ενικ.) miḳdār/ (πληθ.) meḳādīr/mawaqīdīr ae
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
ομμάτι͜αμάτια
σεβτι͜άέρωτας sevda/sevdā trae
σ̌κύλ’(γεν.) σκύλου
ταγιανίζ’αντέχω/ει, βαστάω/ει, υπομένω/ει dayanmak tr
τσ’(ως τση, άρθρο γεν. ενικού) του/της, (ως τσοι, άρθρο αιτ. πληθ.) τις, (ως ερωτημ. τσί;) ποιός;
χαλάν’χαλάω/ει, καταστρέφω/ει
χατίριχάρη, σεβασμός, υπόληψη hatır/ḫāṭir trae
ψ̌όπονψυχούλα
Βιώματα 39

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost