.
.
Τ’ αναλλαγάδ’

Ο λυριτζ̌ής

Ο λυριτζ̌ής
fullscreen
Το τοξάρι σ’ πάει κι έρ’ται,
μουρδουλίζ’ και λέει
Λυριτσ̌ή, το κεμεντζ̌όπο σ’
ντ’ έπαθεν και κλαίει; [μανίτσα μ’]

Τα κόρδας ι-σ’ εζ̌αγκώθαν,
άλλαξον το τέλ’
Κι αν ποτίζ’νε σε φαρμάκια,
εσύ δος ατ’ς μέλ’ [μανίτσα μ’]

Να τσακούται το τοξάρι σ’,
πάντα παίζ’ καημούς
Κι ας ση πρόσφυγα το στόμαν
ακούς στεναγμούς [μανίτσα μ’]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άλλαξον(προστ.) άλλαξε
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
δοςδώσε
εζ̌αγκώθαν(για χάλκινα και γεν. μεταλλικά σκεύη) σκούριασαν, μτφρ. αδυνάτισαν σωματικά, έγιναν ισχνά زنگ (zang)
έρ’ταιέρχεται
κεμεντζ̌όπο(υποκορ.) λύρα kemençe/kemānçe
κόρδαςχορδές
μέλ’μέλι
μουρδουλίζ’γρυλλίζει υπόκωφα, παράγει υπόκωφο ήχο
παίζ’παίζω/παίζει
ποτίζ’νεποτίζουν, δίνουν σε κπ να πιει
τέλ’σύρμα, χορδή μουσικού οργάνου tel
τσακούταισπάει
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άλλαξον(προστ.) άλλαξε
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
δοςδώσε
εζ̌αγκώθαν(για χάλκινα και γεν. μεταλλικά σκεύη) σκούριασαν, μτφρ. αδυνάτισαν σωματικά, έγιναν ισχνά زنگ (zang)
έρ’ταιέρχεται
κεμεντζ̌όπο(υποκορ.) λύρα kemençe/kemānçe
κόρδαςχορδές
μέλ’μέλι
μουρδουλίζ’γρυλλίζει υπόκωφα, παράγει υπόκωφο ήχο
παίζ’παίζω/παίζει
ποτίζ’νεποτίζουν, δίνουν σε κπ να πιει
τέλ’σύρμα, χορδή μουσικού οργάνου tel
τσακούταισπάει
Ο λυριτζ̌ής

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost