.
.
Μαυροθάλασσα

Τσ̌άμπασ̌ιν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τσ̌άμπασ̌ιν
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Εκάεν [γιαρ] και το Τσ̌άμπασ̌ιν,
επέμ’ναν τα τουβάρι͜α
[γιαρ, γιαρ, αμάν!/Ωφ, ωφ, αμάν!]
[Και -ν-] Ερρούξαν σο γουρτάρεμαν
[και] τ’ Ορτούς τα παλληκάρι͜α/τσ̌αναβάρι͜α
[Γιαρ, γιαρ, αμάν!]

Haydı, haydı, gidelim
bizim odaya¹
Θα σε πάρω και θα φύγω,
μα την Παναγιά!

[Εχ!] Άπιστε μ’ κι αθεόφοβε μ’,
για έλα μετ’ εμένα
[γιαρ, γιαρ, αμάν!/Ωφ, ωφ, αμάν!]
[Και] Σα μὲσα σ’ να τυλίγουμαι,
[και -ν-] εσύ, τέρ’ με -ν- και γέλα
[Κομμενόχρονε μ’!]

Haydı, haydı, gidelim
bizim odaya¹
Θα σε πάρω και θα φύγω,
μα την Παναγιά!

[Εχ!] Λαλώ, λαλώ [γιαρ] και ’κι λαλείς,
να κόφκεται η λαλία σ’
[γιαρ, γιαρ, αμάν!/Ωφ, ωφ, αμάν!]
[Και -ν-] Ας σο Θεόν θ’ ευρήκ’ς ατο
[και] με την περηφανεία σ’
[Σ̌κυλοκούταβον!]

Haydı, haydı, gidelim
bizim odaya¹
Θα σε πάρω και θα φύγω,
μα την Παναγιά!
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
γουρτάρεμανσώσιμο, διάσωση kurtarma tr
εκάενκάηκε
επέμ’ναναπόμειναν
ερρούξανέπεσαν
ευρήκ’ςβρίσκεις
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κομμενόχρονεαυτός που είθε να του κοπούν τα χρόνια
κόφκεταικόβεται
λαλείςβγάζεις λαλιά, καλείς, αποκαλείς, προσκαλείς, οδηγείς
λαλίαλαλιά, φωνή
λαλώβγάζω λαλιά, καλώ, αποκαλώ, προσκαλώ, οδηγώ
μὲσα(τα) η μέση
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
τέρ’(προστ.) κοίταξε
τουβάρι͜ατοίχοι duvar/dīvār trir
Τσ̌άμπασ̌ινπαρχάρι των Κοτυώρων του Πόντου (σημ. Ordu) στα ΝΑ της σημερινής επαρχίας Ορντού πολύ κοντά στα σύνορα με την επαρχία Κερασούντας Çambaşı (κυρ. Πευκοκορφή) tr
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver trir
τυλίγουμαιτυλίγομαι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr ir
γουρτάρεμανσώσιμο, διάσωση kurtarma tr
εκάενκάηκε
επέμ’ναναπόμειναν
ερρούξανέπεσαν
ευρήκ’ςβρίσκεις
’κιδεν οὐκί<οὐχί gr
κομμενόχρονεαυτός που είθε να του κοπούν τα χρόνια
κόφκεταικόβεται
λαλείςβγάζεις λαλιά, καλείς, αποκαλείς, προσκαλείς, οδηγείς
λαλίαλαλιά, φωνή
λαλώβγάζω λαλιά, καλώ, αποκαλώ, προσκαλώ, οδηγώ
μὲσα(τα) η μέση
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
τέρ’(προστ.) κοίταξε
τουβάρι͜ατοίχοι duvar/dīvār trir
Τσ̌άμπασ̌ινπαρχάρι των Κοτυώρων του Πόντου (σημ. Ordu) στα ΝΑ της σημερινής επαρχίας Ορντού πολύ κοντά στα σύνορα με την επαρχία Κερασούντας Çambaşı (κυρ. Πευκοκορφή) tr
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver trir
τυλίγουμαιτυλίγομαι
Τσ̌άμπασ̌ιν
Σημειώσεις
¹ Άντε, άντε, πάμε στο δωμάτιό μας!

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost