.
.
Ση παλαιών τη στράταν

Κάτ’ έπαθα κι ερρώστεσα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Κάτ’ έπαθα κι ερρώστεσα
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Κάτ’ έπαθα κι ερρώστεσα
και ντο πονώ ’κι ’ξέρω
Σο ποδάρ’ θα ξεραίνουμαι
κρυφόν βερέμ θα φέρω

Τα δάκρυ͜α μ’ εκυλίουσαν
σ’ εγάπ’ς ε-μ’ τα φεγγίτας
Οσπιτι͜ανοί ατ’ς έλεαν
στάζ’νε τα σταλαμίτας

Τρυγόνα μ’, όντες πας σ’ ορμάν’
κι ευτάς το γομαρόπο σ’
τα δέντρα ’κι ορωτούνε σε
«πού έν’ τ’ άλλο τ’ εσ̌όπο σ’;»

Τα τσ̌άπουλας ι-σ’ έγρασες,
θα παίρω σε γενία
Εσύ τον άντρα σ’ αγάπα
κι εμέν πα λιμενία
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βερέμη φυματίωση, το χτικιό verem
γενίακαινούρια yeni
γομαρόπομικρό φορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
εγάπ’ςαγάπης
έγρασεςέφθειρες, έλιωσες γράνω/γραίνω (=ροκανίζω, κατατρώγω)
εκυλίουσανκυλούσαν
έλεανέλεγαν
έν’είναι
ερρώστεσααρρώστησα
εσ̌όπο(υποκορ.) ταίρι, έτερο ήμισυ, σύντροφος eş + -όπον
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω
’κιδεν οὐκί<οὐχί
ξεραίνουμαιξεραίνομαι
όντεςόταν
ορμάν’δάσος orman
ορωτούνερωτούν
οσπιτι͜ανοίοι του σπιτιού, οικείοι hospitium<hospes
παπάλι, επίσης, ακόμα
παίρωπαίρνω
ποδάρ’πόδι
στάζ’νεστάζουνε
σταλαμίταςσταλαγματιές, σταγόνες
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ̌άπουλαςανδρικά υποδήματα çapul
φεγγίταςφεγγίτες, ανοίγματα στη στέγη σπιτιού για να εισέρχεται το φως, φωταγωγοί, λυχνίες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
βερέμη φυματίωση, το χτικιό verem
γενίακαινούρια yeni
γομαρόπομικρό φορτίο (από ξύλο ή χόρτα) που το έφεραν στην πλάτη ή στην ράχη ζώου
εγάπ’ςαγάπης
έγρασεςέφθειρες, έλιωσες γράνω/γραίνω (=ροκανίζω, κατατρώγω)
εκυλίουσανκυλούσαν
έλεανέλεγαν
έν’είναι
ερρώστεσααρρώστησα
εσ̌όπο(υποκορ.) ταίρι, έτερο ήμισυ, σύντροφος eş + -όπον
ευτάςκάνεις, φτιάχνεις εὐθειάζω
’κιδεν οὐκί<οὐχί
ξεραίνουμαιξεραίνομαι
όντεςόταν
ορμάν’δάσος orman
ορωτούνερωτούν
οσπιτι͜ανοίοι του σπιτιού, οικείοι hospitium<hospes
παπάλι, επίσης, ακόμα
παίρωπαίρνω
ποδάρ’πόδι
στάζ’νεστάζουνε
σταλαμίταςσταλαγματιές, σταγόνες
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
τσ̌άπουλαςανδρικά υποδήματα çapul
φεγγίταςφεγγίτες, ανοίγματα στη στέγη σπιτιού για να εισέρχεται το φως, φωταγωγοί, λυχνίες
Κάτ’ έπαθα κι ερρώστεσα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost