.
.
Τ’ ουρανού τα μερτιβένια

Τ’ ουρανού τα μερτιβένια

Στιχουργοί: Ελένη Σιαμίδου
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Τ’ ουρανού τα μερτιβένια
Στιχουργοί: Ελένη Σιαμίδου
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Εγώ είμαι Τονγιαλής
τραγωδι͜άνος, χοροντζ̌ής
Έπαρ’ με, θα ’ίνουμαι
τη καρδι͜άς ι-σ’ χουζμετσ̌ής

Τ’ ουρανού τα μερτιβένια
’κι κρατεί ατα τεμέλ’;
Να ηβαίνω κι ευρήκω σε
παίρω τη χ̌ειλί’ σ’ το μέλ’

Σην Κατίρκαγιαν εχ̌ι͜όντσεν
και σα χαμελά γριντζών’
Έλα ούσνα θα μερών’
σ’ εγκαλιόπο μ’ το χουλιόν

Όσον πόσον ν’ αναμένω;
’Βράδυνεν και πουθέν ’κ’ έν’
Ας σ’ οσπίτ’ν ατ’ς έξ’ ’κ’ εβγαίν’
γιάμ’ είμες τοουσ̌εμέν’;
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ατααυτά
ατ’ςαυτής, της
γιάμ’μήπως, ή μη ya/yā + μη
γριντζών’μορφάζει δείχνοντας τα δόντια του, μτφ. (για καιρό) έχει υπερβολικό κρύο
εβγαίν’βγαίνει
εγκαλιόποαγκαλίτσα
είμεςείμαστε
έν’είναι
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
έπαρ’(προστ.) πάρε
ευρήκωβρίσκω
εχ̌ι͜όντσενχιόνισε
ηβαίνωβγαίνω, ανεβαίνω
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
Κατίρκαγιανπαρχάρι στην περιοχή της Τόνιας στο οποίο κάθε τρίτη Παρασκευή του Ιουλίου γίνεται μεγάλο πανηγύρι, το οποίο ταυτίζεται από πολλούς με την γιορτή του Προφήτη Ηλία Kadırga
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
μέλ’μέλι
μερτιβένιασκάλες, σκαλοπάτια merdiven/nerdubān
μερών’μερώνει, ξημερώνει
όσον πόσονπόσο πια; μέχρι πότε;
οσπίτ’νσπίτι hospitium<hospes
ούσναμέχρι που, έως ότου
παίρωπαίρνω
πουθένπουθενά
τεμέλ’θεμέλιο
τοουσ̌εμέν’μαλωμένοι dövüşmek
τραγωδι͜άνοςτραγουδιστής
χ̌ειλί’χειλιού
χαμελάχαμηλά
χοροντζ̌ήςχορευτής, ο έχων έφεση στο χορό χορός + çı
χουζμετσ̌ήςυπηρέτης hizmetçi
χουλιόνζεστό
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ατααυτά
ατ’ςαυτής, της
γιάμ’μήπως, ή μη ya/yā + μη
γριντζών’μορφάζει δείχνοντας τα δόντια του, μτφ. (για καιρό) έχει υπερβολικό κρύο
εβγαίν’βγαίνει
εγκαλιόποαγκαλίτσα
είμεςείμαστε
έν’είναι
έξ’έξω ή ο αριθμός έξι
έπαρ’(προστ.) πάρε
ευρήκωβρίσκω
εχ̌ι͜όντσενχιόνισε
ηβαίνωβγαίνω, ανεβαίνω
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
καρδι͜άς(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
Κατίρκαγιανπαρχάρι στην περιοχή της Τόνιας στο οποίο κάθε τρίτη Παρασκευή του Ιουλίου γίνεται μεγάλο πανηγύρι, το οποίο ταυτίζεται από πολλούς με την γιορτή του Προφήτη Ηλία Kadırga
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
μέλ’μέλι
μερτιβένιασκάλες, σκαλοπάτια merdiven/nerdubān
μερών’μερώνει, ξημερώνει
όσον πόσονπόσο πια; μέχρι πότε;
οσπίτ’νσπίτι hospitium<hospes
ούσναμέχρι που, έως ότου
παίρωπαίρνω
πουθένπουθενά
τεμέλ’θεμέλιο
τοουσ̌εμέν’μαλωμένοι dövüşmek
τραγωδι͜άνοςτραγουδιστής
χ̌ειλί’χειλιού
χαμελάχαμηλά
χοροντζ̌ήςχορευτής, ο έχων έφεση στο χορό χορός + çı
χουζμετσ̌ήςυπηρέτης hizmetçi
χουλιόνζεστό
Τ’ ουρανού τα μερτιβένια

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost