.
.
Το κατενόν η εγάπ’

Του ήλ’ η θεγατέρα

Του ήλ’ η θεγατέρα
[Αμάν!] Και του ήλ’ η θαγατέρα,
κορτσόπον, εσύ!
Καίγουμαι απέσ’ σ’ άψιμο σ’
Ωχ! Εμέν ν’ αϊλί!

[Αμάν!] Και του ήλ’ η θαγατέρα
ένοιξεν γεράν
Για τ’ ατέν ντο έσυρα,
μάνα, είν’ πολλά!

[Αμάν!] Και του ήλ’ η θαγατέρα
ετυράνντσεν με
Έφαεν το καρδόπο μ’
και -ν- εμάντσεν με
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
απέσ’μέσα
ατέναυτήν
άψιμοφωτιά
γεράνπληγή, τραύμα yara tr
είν’(για πληθ.) είναι
εμάντσενμαύρισε/μουντζούρωσε από την καπνιά, κατέστρεψε, κατέκαψε μέχρι καπνιάς
ένοιξενάνοιξε
έσυραέσυρα, τράβηξα, έριξα
ετυράνντσεντυράννησε, ταλαιπώρησε
έφαενέφαγε
ήλ’ήλιου
θαγατέραθυγατέρα, κόρη
καίγουμαικαίομαι
καρδόποκαρδούλα
κορτσόπονκοριτσάκι
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
απέσ’μέσα
ατέναυτήν
άψιμοφωτιά
γεράνπληγή, τραύμα yara tr
είν’(για πληθ.) είναι
εμάντσενμαύρισε/μουντζούρωσε από την καπνιά, κατέστρεψε, κατέκαψε μέχρι καπνιάς
ένοιξενάνοιξε
έσυραέσυρα, τράβηξα, έριξα
ετυράνντσεντυράννησε, ταλαιπώρησε
έφαενέφαγε
ήλ’ήλιου
θαγατέραθυγατέρα, κόρη
καίγουμαικαίομαι
καρδόποκαρδούλα
κορτσόπονκοριτσάκι
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
Του ήλ’ η θεγατέρα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost