.
.
Ήχος υφαντός

Ση γούλαν ατ’ς ετάχεψα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ση γούλαν ατ’ς ετάχεψα
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ασ’ ούλα̤ τα πετούμενα
ο ψύλλον έχ̌’ τη χάρην,
Πατεί φιλεί την έμορφον
απάν’  σο μαξιλάριν

Τάι ’λέγ̆εινες, πουλί μ’, τάι ’λέγ̆εινες;
Το μεντίλι μ’, τάι ’παίρ’νες;
Οψέ αδά σην ώραν,
εσύ, πουλί μ’, τάι ’λέγ̆εινες;

Σον Αϊ-Λίαν αφκακέσ’
θερίζ’ τ’ εμόν τ’ αρνόπον,
Ντ’ έμορφα και νόστιμα
κρατεί το καγανόπον;

Ποπάδες και πνευματικοί
όλοι φορούν καμίσι͜α
Ση γούλαν ατ’ς ετάχεψα
σταυρόν με τα ζινίχ̌ι͜α
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αδάεδώ
αϊ-Λίανάγιο Ηλία
απάν’πάνω
αρνόποναρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ασ’από
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφκακέσ’κάτω πέρα
γούλανλαιμό gula
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμορφαόμορφα
έμορφονόμορφο
ετάχεψακρέμασα, στερέωσα, επικόλλησα takmak
έχ̌’έχει
ζινίχ̌ι͜αστολίδια ziynet/zīnet
καγανόπονδρεπανάκι
καμίσι͜απουκάμισα καμίσιον<camisia=λινό ρούχο
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
’λέγ̆εινες(ελέγ̆εινες) έλεγες (ιδιωμ. Κεϊλούκας Νικοπόλεως)
μεντίλιμαντίλι μαντίλιον < mantilium / mantelium
ούλα̤όλα
οψέχθες
’παίρ’νεςέπαιρνες
πετούμενααυτά που πετάνε, συνεκδ. πουλιά
ποπάδεςπαπάδες
τάιπουλάρι tay
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αδάεδώ
αϊ-Λίανάγιο Ηλία
απάν’πάνω
αρνόποναρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
ασ’από
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
αφκακέσ’κάτω πέρα
γούλανλαιμό gula
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμορφαόμορφα
έμορφονόμορφο
ετάχεψακρέμασα, στερέωσα, επικόλλησα takmak
έχ̌’έχει
ζινίχ̌ι͜αστολίδια ziynet/zīnet
καγανόπονδρεπανάκι
καμίσι͜απουκάμισα καμίσιον<camisia=λινό ρούχο
κρατείκρατάει, βαστάει, στέκει, αντέχει
’λέγ̆εινες(ελέγ̆εινες) έλεγες (ιδιωμ. Κεϊλούκας Νικοπόλεως)
μεντίλιμαντίλι μαντίλιον < mantilium / mantelium
ούλα̤όλα
οψέχθες
’παίρ’νεςέπαιρνες
πετούμενααυτά που πετάνε, συνεκδ. πουλιά
ποπάδεςπαπάδες
τάιπουλάρι tay
Ση γούλαν ατ’ς ετάχεψα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost