.
.
Κωφά ας έσαν τ’ ωτία μ’

Ντό έν’ αούτο το τσ̌αλίμ’

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ντό έν’ αούτο το τσ̌αλίμ’
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Ντό να ’φτάγω τα τσ̌άπουλας
και τα πεταλωμένα;
Θα έρχουμαι και ’κ’ επορώ
κρούγ’νε τ’ αφορισμένα

Έναν μήλον εδώκα ’τεν
είπε με «α! σπασίπα»¹
Εγώ ρούσικα ’κ’ έξερα,
άχαρον τιδέν ’κ’ είπα

Απάν’ σον Κοχρακόλιθον²
έπεσες εκοιμέθες
Η δείσα έρθεν ετσ̌όκεψεν
μανάχον πώς ’κ’ εγρέθες;

Ντό έν’ αούτο το τσ̌αλίμ’
ντ’ εποίκες με κι εδέβες;
Ούσνα θ’ εκαλοτέρ’να σε
ραχ̌όπα επιδέβες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αούτοαυτό/ή
απάν’πάνω
δείσαομίχλη δεῖσα=υγρασία, λάσπη, βρωμιά gr
εγρέθεςαγριεύτηκες, καταβλήθηκες από ανεξήγητο φόβο
εδέβεςπέρασες, έφυγες, διάβηκες διαβαίνω gr
εδώκαέδωσα
εκαλοτέρ’νακαλοκοιτούσα, ξανακοιτούσα
εκοιμέθεςκοιμήθηκες
έν’είναι
έξεραήξερα
επιδέβεςέφυγες, άφησες πίσω, προσπέρασες, ξεπέρασες
εποίκεςέκανες, έφτιαξες ποιέω-ῶ gr
επορώμπορώ
έρθενήρθε
έρχουμαιέρχομαι
ετσ̌όκεψενκατέπεσε, επικάθησε, έκλινε υπό το βάρος çökmek tr
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κρούγ’νεχτυπούνε κρούω gr
μανάχον(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
ούσναμέχρι που, έως ότου
ραχ̌όπαραχούλες, βουνά
’τεναυτήν
τιδέντίποτα
τσ̌αλίμ’επιδέξια κίνηση (σε χορό κ.ά.), σκέρτσο, κάμωμα çalım tr
τσ̌άπουλαςανδρικά υποδήματα çapul tr
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αούτοαυτό/ή
απάν’πάνω
δείσαομίχλη δεῖσα=υγρασία, λάσπη, βρωμιά gr
εγρέθεςαγριεύτηκες, καταβλήθηκες από ανεξήγητο φόβο
εδέβεςπέρασες, έφυγες, διάβηκες διαβαίνω gr
εδώκαέδωσα
εκαλοτέρ’νακαλοκοιτούσα, ξανακοιτούσα
εκοιμέθεςκοιμήθηκες
έν’είναι
έξεραήξερα
επιδέβεςέφυγες, άφησες πίσω, προσπέρασες, ξεπέρασες
εποίκεςέκανες, έφτιαξες ποιέω-ῶ gr
επορώμπορώ
έρθενήρθε
έρχουμαιέρχομαι
ετσ̌όκεψενκατέπεσε, επικάθησε, έκλινε υπό το βάρος çökmek tr
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κρούγ’νεχτυπούνε κρούω gr
μανάχον(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
ούσναμέχρι που, έως ότου
ραχ̌όπαραχούλες, βουνά
’τεναυτήν
τιδέντίποτα
τσ̌αλίμ’επιδέξια κίνηση (σε χορό κ.ά.), σκέρτσο, κάμωμα çalım tr
τσ̌άπουλαςανδρικά υποδήματα çapul tr
’φτάγω(ευτάγω) κάνω, φτιάχνω εὐθειάζω gr
Ντό έν’ αούτο το τσ̌αλίμ’
Σημειώσεις
¹ ρωσ. спасибо = ευχαριστώ
² Τοπωνύμιο μαχαλά στη Ματσούκα του Πόντου, εκ του κοχράκα/κοχράκας=κοράκι+λίθος

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost