.
.
Τα αυθεντικά του Πόντου Νο4

Έναν και μαναχόν είσαι

Έναν και μαναχόν είσαι
fullscreen
Έναν και μαναχόν είσαι,
εσύ πα να μη έσ’νε
Άψιμον έψ̌ες σην καρδι͜ά μ’
κι αγάλι͜α-αγάλι͜α καίεις με

Απάν’ σον κόσμον, τρυγόνα μ’,
’λί εμέν μαναχόν-ι
Επουγαλεύτα ο καρίπ’ς
τα λόγια τ’ ολωνών-ι

Εγώ καρίπ’ς και μουατσ̌ίρ’ς
λάσκουμαι σ’ ερημίας
Θα τρώει με η εγάπ’ τ’ εσόν
και -ν- η αροθυμία σ’

Αείν’ το πέραν τα ραχ̌ι͜ά
πότε θα λιμενεύ’νε;
Αρνί μ’, τ’ ομμάτι͜α σ’ έμορφα
όθεν τερούν χωνεύ’νε
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγάλι͜ασιγά, αργά αγαληνός < γαληνός
αείν’εκείνοι/α
απάν’πάνω
αροθυμίανοσταλγία
άψιμονφωτιά
εγάπ’αγάπη
έμορφαόμορφα
επουγαλεύταέσκασα, βαρέθηκα, στενοχωρέθηκα bunalmak
ερημίαςερημιές
έσ’νεήσουν
εσόνδικός/ή/ό σου
έψ̌εςάναψες
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω
’λίαλί, αλίμονο
λιμενεύ’νεαποκαλύπτονται από τα χιόνια, ελλιμενίζονται
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μουατσ̌ίρ’ςπρόσφυγας, μετανάστης / (αιτ. πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ομμάτι͜αμάτια
παπάλι, επίσης, ακόμα
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
τερούνκοιτούν
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
χωνεύ’νε(για μέταλλο) λιώνουν, (για τροφή) χωνεύουν, κάνουν πέψη, (για εστία φωτιάς) σβήνουν και δεν βγάζουν φλόγα, απανθρακώνουν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγάλι͜ασιγά, αργά αγαληνός < γαληνός
αείν’εκείνοι/α
απάν’πάνω
αροθυμίανοσταλγία
άψιμονφωτιά
εγάπ’αγάπη
έμορφαόμορφα
επουγαλεύταέσκασα, βαρέθηκα, στενοχωρέθηκα bunalmak
ερημίαςερημιές
έσ’νεήσουν
εσόνδικός/ή/ό σου
έψ̌εςάναψες
καρίπ’ςξένος, μοναχικός, φτωχός, ανήμπορος / (αιτ. πληθ.) ξένους, μοναχικούς, φτωχούς, ανήμπορους garip/ġarīb
λάσκουμαιπεριφέρομαι, τριγυρίζω, περιπλανώμαι ἀλάομαι/ηλάσκω
’λίαλί, αλίμονο
λιμενεύ’νεαποκαλύπτονται από τα χιόνια, ελλιμενίζονται
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
μουατσ̌ίρ’ςπρόσφυγας, μετανάστης / (αιτ. πληθ.) πρόσφυγες, μετανάστες muhacir/muhācir
όθενόπου, οπουδήποτε, σε όποιον
ομμάτι͜αμάτια
παπάλι, επίσης, ακόμα
ραχ̌ι͜άράχες, βουνά
τερούνκοιτούν
τρυγόνατο πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
χωνεύ’νε(για μέταλλο) λιώνουν, (για τροφή) χωνεύουν, κάνουν πέψη, (για εστία φωτιάς) σβήνουν και δεν βγάζουν φλόγα, απανθρακώνουν
Έναν και μαναχόν είσαι

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost