.
.
25 χρόνια Ασλανίδης - 30 χρόνια VASIPAP

Πάτ’ και δέβα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Πάτ’ και δέβα
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Μικρός έμ’νε κι ετράνυνα,
[ν’ αϊλί εμέν!]
ακόμαν μεγαλύνω
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
Σην Παναΐαν όμνυσα,
[ν’ αϊλί εμέν!]
το σπαλέρι σ’ θα λύνω
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]

Τ’ αρνί μ’ επαρεξέγκε με
[ν’ αϊλί εμέν!]
ως τα Δύο Λιθάρι͜α
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
Τα δα̤κρόπα τ’ς εκχ̌ύουσαν
[ν’ αϊλί εμέν!]
άμον μαργαριτάρι͜α
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]

Τ’ αρνί μ’ επαρεξέγκε με
[ν’ αϊλί εμέν!]
αρ’ ως τ’ αναπαυτέριν
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
Απ’ οπίσ’ ι-μ’ πώς έκλαιεν
[ν’ αϊλί εμέν!]
τ’ εμόν το φωταχτέρι!
[έλα -ν- έλα/πάτ’ και δέβα]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αναπαυτέριναναπαυτήριο, κοιμητήριο
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
δα̤κρόπα(υποκορ.) δάκρυα
δέβα(προστ.) πήγαινε
έκλαιενέκλαιγε
εκχ̌ύουσανεκχύνονταν, χύνονταν, εξέρρεαν εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
έμ’νεήμουν
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
επαρεξέγκεξεπροβόδισε
ετράνυναμεγάλωσα, ανέθρεψα τρανόω-ῶ gr
λιθάρι͜αλιθάρια, πέτρες
μεγαλύνωμεγαλώνω
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
όμνυσαορκίστηκα
οπίσ’πίσω
πάτ’(προστ.) πάτησε, πάτα
σπαλέριμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
φωταχτέριαπαστράπτον, λαμπερό, μτφ. όμορφο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αναπαυτέριναναπαυτήριο, κοιμητήριο
αρ’εισάγει ή τονίζει πρόταση με ποικίλες σημασιολογικές αποχρώσεις: λοιπόν, άρα, έτσι, επομένως, δηλαδή, τέλος πάντων, τώρα, άντε, με χροιά παρότρυνσης ή επίγνωσης, όπως το τουρκ. ha ἄρα gr
δα̤κρόπα(υποκορ.) δάκρυα
δέβα(προστ.) πήγαινε
έκλαιενέκλαιγε
εκχ̌ύουσανεκχύνονταν, χύνονταν, εξέρρεαν εκχύνω<ἐγχέω< ἐν + χέω gr
έμ’νεήμουν
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
επαρεξέγκεξεπροβόδισε
ετράνυναμεγάλωσα, ανέθρεψα τρανόω-ῶ gr
λιθάρι͜αλιθάρια, πέτρες
μεγαλύνωμεγαλώνω
ν’ αϊλίαλίμονο!, συμφορά!
όμνυσαορκίστηκα
οπίσ’πίσω
πάτ’(προστ.) πάτησε, πάτα
σπαλέριμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera it
φωταχτέριαπαστράπτον, λαμπερό, μτφ. όμορφο
Πάτ’ και δέβα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost