.
.
25 χρόνια Ασλανίδης - 30 χρόνια VASIPAP

Χασ̌ιλωμένα τσ̌αρούχ̌ι͜α

Χασ̌ιλωμένα τσ̌αρούχ̌ι͜α
Χασ̌ιλωμένα τσ̌αρούχ̌ι͜α
με τα ξένα ραφίδι͜α
ετυλίγαν σα γόνατα μ’,
πουλί μ’, άμον οφίδι͜α

Η ζιπούνα τ’ πα τσ̌ιτσ̌ι͜ακλίν,
άμον Απρίλ’ τσ̌ιτσ̌άκια
Άμον άστρα επαρλάεψαν
ατά τ’ εσά τ’ ομμάτι͜α

Τ’ ορτάρι͜α τ’ς άσπρα άμον το χ̌ι͜όν’,
άνθεν κέσ’ τα πλουμία
Νασάν τη μάναν και τον κύρ’
π’ έχ̌’ αΐκα παιδία

Ο πρόσωπο σ’ άμον ήλιος,
λαμπάδα έν’ το πόι σ’
Ασ’ εσέν κέσ’, τρυγονίτσα μ’,
αγαπώ όλο το σόι σ’

Ο ήλιον πα επαρλάεψεν
τ’ εσόν την εμορφάδαν
Έλα, πουλί μ’, ας φεύομε
σ’ αούτ’ την εβδομάδαν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αΐκατέτοια/ες
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
άνθενεπάνω, από πάνω
αούτ’αυτός/ή/ό/ά
ασ’από
ατάαυτά
εμορφάδανομορφιά
έν’είναι
επαρλάεψανέλαμψαν, λαμποκόπησαν parlamak tr
επαρλάεψενέλαμψε, λαμποκόπησε parlamak tr
εσάδικά σου/σας
εσόνδικός/ή/ό σου
ετυλίγαντυλίχθηκαν
έχ̌’έχει
ζιπούναμακρύ μανικωτό φόρεμα χωρίς ραφή στους ώμους ζιπούνι < giubbone < jubba itae
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
κύρ’πατέρα
νασάνχαρά σε
ομμάτι͜αμάτια
ορτάρι͜αμάλλινες κάλτσες ἀορτήρ gr
οφίδι͜αφίδια
παπάλι, επίσης, ακόμα
παιδίαπαιδιά
πλουμίακεντητά ή ζωγραφιστά διακοσμητικά σχέδια, μτφ. στολίδια pluma it
πόιύψος, μπόι (ανάστημα) boy tr
ραφίδι͜ακλωστές, νήματα
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌αρούχ̌ι͜αδερμάτινα υποδήματα, δεμένα με λουριά που περνούν από οπές çarık tr
τσ̌ιτσ̌άκιαάνθη, λουλούδια çiçek tr
τσ̌ιτσ̌ι͜ακλίνανθισμένο, γεμάτο άνθη, ανθηρό çiçekli tr
φεύομεφεύγουμε
χασ̌ιλωμένααυτά που είναι από κατεργασμένο ύφασμα με χασ̌ίλ’ (=αμυλούχο υλικό επιχρίωσης) haşıl tr
χ̌ι͜όν’χιόνι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αΐκατέτοια/ες
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
άνθενεπάνω, από πάνω
αούτ’αυτός/ή/ό/ά
ασ’από
ατάαυτά
εμορφάδανομορφιά
έν’είναι
επαρλάεψανέλαμψαν, λαμποκόπησαν parlamak tr
επαρλάεψενέλαμψε, λαμποκόπησε parlamak tr
εσάδικά σου/σας
εσόνδικός/ή/ό σου
ετυλίγαντυλίχθηκαν
έχ̌’έχει
ζιπούναμακρύ μανικωτό φόρεμα χωρίς ραφή στους ώμους ζιπούνι < giubbone < jubba itae
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε gr
κύρ’πατέρα
νασάνχαρά σε
ομμάτι͜αμάτια
ορτάρι͜αμάλλινες κάλτσες ἀορτήρ gr
οφίδι͜αφίδια
παπάλι, επίσης, ακόμα
παιδίαπαιδιά
πλουμίακεντητά ή ζωγραφιστά διακοσμητικά σχέδια, μτφ. στολίδια pluma it
πόιύψος, μπόι (ανάστημα) boy tr
ραφίδι͜ακλωστές, νήματα
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω gr
τσ̌αρούχ̌ι͜αδερμάτινα υποδήματα, δεμένα με λουριά που περνούν από οπές çarık tr
τσ̌ιτσ̌άκιαάνθη, λουλούδια çiçek tr
τσ̌ιτσ̌ι͜ακλίνανθισμένο, γεμάτο άνθη, ανθηρό çiçekli tr
φεύομεφεύγουμε
χασ̌ιλωμένααυτά που είναι από κατεργασμένο ύφασμα με χασ̌ίλ’ (=αμυλούχο υλικό επιχρίωσης) haşıl tr
χ̌ι͜όν’χιόνι
Χασ̌ιλωμένα τσ̌αρούχ̌ι͜α

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost