.
.
Τη πεθεράς ι-μ’ το κορίτσ’

Κόρη ντο σουμαδεύκεσαι

Κόρη ντο σουμαδεύκεσαι
fullscreen
Αν αποθάν’ τ’ αρνόπο μου,
[έι!] Θεέ μ’, έπαρ’ το ψ̌όπο μ’ [νέι]
Τέρεν μη͜ αφήντς με μαναχόν,
γιάνια ας έχω τ’ αρνόπο μ’ [νέι]

Ο Χάρον τριγυρίσ̌κεται,
εσύ, καλά -ν- ωρία! [νέι]
Την πόρτα σ’, τρυγονίτσα μου,
καράκωσον τογρία [νέι]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αποθάν’πεθαίνει
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
αφήντςαφήνεις
γιάνιαστο πλάι, δίπλα, πλαγιαστά, λοξά yan
έπαρ’(προστ.) πάρε
καράκωσον(προστ.) μαντάλωσε, κλείδωσε
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τογρίααληθινά, ίσια, ευθεία, σωστά doğru
τριγυρίσ̌κεταιτριγυρίζει
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
ψ̌όποψυχούλα
ωρία(προστ.) πρόσεξε, φύλαξε, φυλάξου, επέβλεψε ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αποθάν’πεθαίνει
αρνόποαρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
αφήντςαφήνεις
γιάνιαστο πλάι, δίπλα, πλαγιαστά, λοξά yan
έπαρ’(προστ.) πάρε
καράκωσον(προστ.) μαντάλωσε, κλείδωσε
μαναχόν(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τογρίααληθινά, ίσια, ευθεία, σωστά doğru
τριγυρίσ̌κεταιτριγυρίζει
τρυγονίτσα(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
ψ̌όποψυχούλα
ωρία(προστ.) πρόσεξε, φύλαξε, φυλάξου, επέβλεψε ὠρεύω/ὡραίω-ὠρέω
Κόρη ντο σουμαδεύκεσαι
Σημειώσεις
Το τραγούδι συνεχίζεται στο επόμενο track

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost