.
.
Φεγγιτοβέρ’

Αφήστεν τέρτι͜α, βάσανα

Συνθέτες: Παραδοσιακό
Αφήστεν τέρτι͜α, βάσανα
Συνθέτες: Παραδοσιακό
[Και] Πολλά μικρόν έν’ η ζωή,
αέτσ’ έν’, ντο να ευτάμε;
Άμον αέρα ντο φυσά
δι͜αβαίνομε και πάμε

Αφήστεν τέρτι͜α, βάσανα
και ση ζωήν γριβώστεν
Τον θάνατον βάλτε͜ ατον κα’
πατέστεν και τσιχλώστεν

Αν έρ’ται ράστι͜α και δι͜αβαίν’
αφώτιστον ο Χάρον
πιάστεν και χτουπίστε͜ ατον
ποίστεν το πόστ’ν ατ’ μαύρον

Κόρ’, έπαρ’ ας σο σάβανο μ’
κορδέλα σα μαλλία σ’
κι όντες αποδελι͜άεις ατα
να κλαις από καρδίας
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αέτσ’έτσι
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αποδελι͜άειςξεμπερδεύεις, λύνεις
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατααυτά
αφώτιστοναυτός/ο που δεν έχει βαφτιστεί, πονηρός/ό, κακός/ό, (για λόγια και πράξεις) απρεπές, αξιοθαύμαστος/ο
γριβώστεν(προστ.) προσκολληθείτε, γαντζωθείτε αγριφώνω<agrafer<grappa frit
δι͜αβαίν’(για τόπο) περνάει/ώ, διασχίζει/ω, (για χρόνο) περνάει/ώ διαβαίνω gr
δι͜αβαίνομε(για τόπο) περνάμε, διασχίζουμε, (για χρόνο) περνάμε διαβαίνω gr
έν’είναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
έρ’ταιέρχεται
ευτάμεκάνουμε, φτιάχνουμε εὐθειάζω gr
θάνατονθάνατος
κα’κάτω
καρδίας(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
όντεςόταν
πατέστεν(προστ.) πατήστε
πιάστεν(προστ.) πιάστε
ποίστεν(προστ.) κάντε, φτιάξτε ποιέω-ῶ gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πόστ’νδέρμα post/pūst trir
ράστι͜ατυχαία, συμπτωματικά rast/rāst trir
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τσιχλώστεν(προστ.) συνθλίψτε, λιώστε, πολτοποιήστε
χτουπίστε(προστ.) μαδήστε, ξεμαλλιάστε εκτοπίζω gr
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αέτσ’έτσι
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα gr
αποδελι͜άειςξεμπερδεύεις, λύνεις
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
ατααυτά
αφώτιστοναυτός/ο που δεν έχει βαφτιστεί, πονηρός/ό, κακός/ό, (για λόγια και πράξεις) απρεπές, αξιοθαύμαστος/ο
γριβώστεν(προστ.) προσκολληθείτε, γαντζωθείτε αγριφώνω<agrafer<grappa frit
δι͜αβαίν’(για τόπο) περνάει/ώ, διασχίζει/ω, (για χρόνο) περνάει/ώ διαβαίνω gr
δι͜αβαίνομε(για τόπο) περνάμε, διασχίζουμε, (για χρόνο) περνάμε διαβαίνω gr
έν’είναι
έπαρ’(προστ.) πάρε
έρ’ταιέρχεται
ευτάμεκάνουμε, φτιάχνουμε εὐθειάζω gr
θάνατονθάνατος
κα’κάτω
καρδίας(τη, γεν.) καρδιάς, (τα, ονομ. πληθ.) καρδιές
όντεςόταν
πατέστεν(προστ.) πατήστε
πιάστεν(προστ.) πιάστε
ποίστεν(προστ.) κάντε, φτιάξτε ποιέω-ῶ gr
πολλά(επίθ.) πολλά, (επίρρ.) πολύ
πόστ’νδέρμα post/pūst trir
ράστι͜ατυχαία, συμπτωματικά rast/rāst trir
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τσιχλώστεν(προστ.) συνθλίψτε, λιώστε, πολτοποιήστε
χτουπίστε(προστ.) μαδήστε, ξεμαλλιάστε εκτοπίζω gr
Αφήστεν τέρτι͜α, βάσανα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost