.
.
Φεγγιτοβέρ’

Καρδόπο μ’, κακοπάθετον

Καρδόπο μ’, κακοπάθετον
Καρδόπο μ’, κακοπάθετον
και γεραλαεμένον
άλλο μη τογραεύκεσαι
και στά γαλενεμένον

Βάλον ακίλ’ και μη τερείς
τ’ απέσ’ ι-σ’ να βρουλίζεις
σαν εγροικάς¹ ντο ’κ’ επορείς
άλλο να ταγιανίζεις

Μίαν πα στά αφέντευτος
εγάπ’ μη διαφεντεύ’ σε
Μη ’ίνεσαι σ’ ατέν γεσίρ’
πικραίν’ και πουγαλεύ’ σε

Τα τέρτι͜α σ’ όλια ν’ ανασπάλλτς,
βάσανα και σεβντι͜άδες
κι ο χρόνον τέρεν να δα̤βαίν’
και να τσουπών’ γεράδες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
ακίλ’μυαλό akıl/ʿaḳl trae
ανασπάλλτςξεχνάς/ξεχάσεις
απέσ’μέσα
ατέναυτήν
αφέντευτοςαυτός που δεν έχει αφέντη, αδέσποτος
βάλον(προστ.) βάλε
βρουλίζειςφλογίζεις, καις brûler fr
γεράδεςπληγές, τραύματα yara tr
γεραλαεμένοντραυματισμένο, γεμάτο πληγές yaralama tr
γεσίρ’κυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
δα̤βαίν’(για τόπο) περνάει, διασχίζει, (για χρόνο) περνάει (γενικότερα) περνάει, παύει, τελειώνει διαβαίνω gr
εγάπ’αγάπη
εγροικάςκαταλαβαίνεις
επορείςμπορείς
’ίνεσαιγίνεσαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κακοπάθετονκακοπαθημένο
καρδόποκαρδούλα
μίανμια φορά
όλιαόλα
παπάλι, επίσης, ακόμα
πουγαλεύ’σκάει, κάνει κπ να βαρεθεί, στενοχωρεί bunalmak tr
σεβντι͜άδεςαγάπες, έρωτες sevda/sevdā trae
στά(προστ.) στάσου
ταγιανίζειςαντέχεις, βαστάς, υπομένεις dayanmak tr
τερείςκοιτάς
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τογραεύκεσαικομματιάζεσαι doğramak tr
τσουπών’κλείνω/ει
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
ακίλ’μυαλό akıl/ʿaḳl trae
ανασπάλλτςξεχνάς/ξεχάσεις
απέσ’μέσα
ατέναυτήν
αφέντευτοςαυτός που δεν έχει αφέντη, αδέσποτος
βάλον(προστ.) βάλε
βρουλίζειςφλογίζεις, καις brûler fr
γεράδεςπληγές, τραύματα yara tr
γεραλαεμένοντραυματισμένο, γεμάτο πληγές yaralama tr
γεσίρ’κυριολ. αιχμάλωτος, υποδουλωμένος, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένος, εξαρτημένος μτφ. ταλαίπωρος, αυτός που έχει υποστεί κακουχίες esir/esīr trae
δα̤βαίν’(για τόπο) περνάει, διασχίζει, (για χρόνο) περνάει (γενικότερα) περνάει, παύει, τελειώνει διαβαίνω gr
εγάπ’αγάπη
εγροικάςκαταλαβαίνεις
επορείςμπορείς
’ίνεσαιγίνεσαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί gr
κακοπάθετονκακοπαθημένο
καρδόποκαρδούλα
μίανμια φορά
όλιαόλα
παπάλι, επίσης, ακόμα
πουγαλεύ’σκάει, κάνει κπ να βαρεθεί, στενοχωρεί bunalmak tr
σεβντι͜άδεςαγάπες, έρωτες sevda/sevdā trae
στά(προστ.) στάσου
ταγιανίζειςαντέχεις, βαστάς, υπομένεις dayanmak tr
τερείςκοιτάς
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τέρτι͜ακαημοί, βάσανα, στενοχώριες dert trir
τογραεύκεσαικομματιάζεσαι doğramak tr
τσουπών’κλείνω/ει
Καρδόπο μ’, κακοπάθετον
Σημειώσεις
¹ Ακούγεται να λέει «Σαν ’κ’ εγροικάς» πλην όμως εντός του ενθέτου του άλμπουμ αναγράφεται χωρίς το ’κ’ που είναι και ορθότερο νοηματικά

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost