.
.
Ποντιακό Γλέντι Νο1

Τ’ οσπίτι σ’ ετριγύλιζα

Τ’ οσπίτι σ’ ετριγύλιζα
fullscreen
Τ’ οσπίτι σ’ ετριγ̆ύλιζα
κι εκράν’να ας σα κεράνια
Κι εσύ την πόρτα σ’ ’κ’ ένοιες
κι έτρωγα τα ποράνια

Τ’ οσπίτι σ’ ετριγ̆ύλιζα
και -ν- εντούνα ’το βόλτας
Πας̌ ’κ’ έξερες, τρυγονόπο μ’,
νά ’ρχ̌εσαι ανοί͜εις την πόρτα σ’;

Ας σ’ οσπίτι σ’ από ’πάν’ κέσ’
δι͜αβαίνω, αντιδι͜αβαίνω
’Κι λες ας σο χατίρ’ν’ αθε
οξ̌ωκά -ν- ας εγ̆βαίνω

Μίαν έρθα σ’ οσπιτόπο σ’
η πόρτα σ’ κλειδωμένον
Εφίλεσα το κορωνίδ’
κι εκλώστα οπίσ’ κλαιμένον
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α-
ανοί͜ειςανοίγεις
αντιδι͜αβαίνωξαναπερνώ, πηγαινοέρχομαι
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
βόλταςβόλτες
δι͜αβαίνω(για τόπο) περνώ, διασχίζω, (για χρόνο) περνώ διαβαίνω
εγ̆βαίνωβγαίνω
εκλώσταγύρισα, επέστρεψα
εκράν’νακρατούσα
ένοιεςάνοιγες
εντούναχτυπούσα
έξερεςήξερες
έρθαήρθα
εφίλεσαφίλησα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κεράνιαπάσσαλοι περίφραξης κήπου գերան (geran)=κορμός δέντρου/δοκάρι
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλαιμένονκλαμένο/η
κορωνίδ’ρόπτρο πόρτας
μίανμια φορά
οξ̌ωκάέξω
οπίσ’πίσω
οσπίτισπίτι hospitium<hospes
οσπιτόποσπιτάκι hospitium<hospes + -όπον
’πάν’(απάν’) πάνω
πας̌μήπως, μπας και, είναι δυνατόν, μην τύχει (και) μήν πᾶς
ποράνιαμπόρες, καταιγίδες boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο)
’τοαυτό, το (προσωπική αντωνυμία)
τρυγονόπο(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
χατίρ’ν’χάρη, σεβασμό, υπόληψη hatır/ḫāṭir
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αθε(αντων. γ’ προσώπ.) του/της από το ομηρικό έθεν (< ε + επίθημα -θεν, πρβλ. εμέθεν, σέθεν). Η ψίλωση έθεν > εθε προτιμήθηκε για ομοιομορφία με τους τύπους που αρχίζουν από α-
ανοί͜ειςανοίγεις
αντιδι͜αβαίνωξαναπερνώ, πηγαινοέρχομαι
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
ας σααπ’ τα ασό σα (από τα)
ας σοαπ’ το ασό σο (από το)
βόλταςβόλτες
δι͜αβαίνω(για τόπο) περνώ, διασχίζω, (για χρόνο) περνώ διαβαίνω
εγ̆βαίνωβγαίνω
εκλώσταγύρισα, επέστρεψα
εκράν’νακρατούσα
ένοιεςάνοιγες
εντούναχτυπούσα
έξερεςήξερες
έρθαήρθα
εφίλεσαφίλησα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κεράνιαπάσσαλοι περίφραξης κήπου գերան (geran)=κορμός δέντρου/δοκάρι
κέσ’προς τα εκεί, προς το μέρος εκείνο κέσου<κεῖσ’<κεῖσε<ἐκεῖσε
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλαιμένονκλαμένο/η
κορωνίδ’ρόπτρο πόρτας
μίανμια φορά
οξ̌ωκάέξω
οπίσ’πίσω
οσπίτισπίτι hospitium<hospes
οσπιτόποσπιτάκι hospitium<hospes + -όπον
’πάν’(απάν’) πάνω
πας̌μήπως, μπας και, είναι δυνατόν, μην τύχει (και) μήν πᾶς
ποράνιαμπόρες, καταιγίδες boran<βενετ. bora<λατ. Boreas <Βορέας (αντιδάνειο)
’τοαυτό, το (προσωπική αντωνυμία)
τρυγονόπο(υποκορ.) το πουλί τρυγόνι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας τρυγών<τρύζω
χατίρ’ν’χάρη, σεβασμό, υπόληψη hatır/ḫāṭir
Τ’ οσπίτι σ’ ετριγύλιζα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost