.
.
Εσύ είσαι τριαντάφυλλον

Εξέβεν η νεόνυφος

Εξέβεν η νεόνυφος
fullscreen
Εξέβεν η νεόνυφος
πουρνόν-πουρνόν Δευτέραν
Τα στράτας ’πέρεν να σπογγίζ’
άν’ - κα’ όλ’ την ημέραν

Σην πεθεράν ατ’ς θέλ’ να δείκ’
τεάμ’ την προκοπήν ατ’ς
Εφάνθανε τα ψ̌όπα ’θε
κι έκρυψεν την ντροπήν ατ’ς

Εσύ εμέν εγάπανες,
ατόνα ντό επέρες;
Τσ̌εχέλ’κον ντ’ εληγόρανες;
Την παντρειάν ντ’ εθέλ’νες;

Ατώρα σα κιοσ̌έδες κλαις,
ε! νύφε μ’, για το χάλι σ’
Εμέν τέρεν κι ανάσπαλον
και τίμα το στεφάνι σ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άν’άνω, πάνω, άνωθεν
ανάσπαλον(προστ.) ξέχασε
ατόνααυτόν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
ατώρατώρα
δείκ’δείχνω/ει, καταδεικνύω/ει
εγάπανεςαγαπούσες
εθέλ’νεςήθελες
εληγόρανεςβιαζόσουν
εξέβενβγήκε, ανέβηκε
επέρεςπήρες
εφάνθανεφάνηκαν, εμφανίστηκαν
’θετου/της
κα’κάτω
κιοσ̌έδεςγωνιές köşe/gūşe
νύφενύφη
όλ’όλοι/α
’πέρεν(επέρεν) πήρε
πουρνόνπρωί, πρωινό, επαύριον
σπογγίζ’σκουπίζω/ει
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τεάμ’δήθεν, τάχα μη deyü (οθωμ. περιόδου)
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τσ̌εχέλ’κονάπειρο, ανώριμο, άβγαλτο cehil/cehl
ψ̌όπαψυχούλες
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άν’άνω, πάνω, άνωθεν
ανάσπαλον(προστ.) ξέχασε
ατόνααυτόν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
ατώρατώρα
δείκ’δείχνω/ει, καταδεικνύω/ει
εγάπανεςαγαπούσες
εθέλ’νεςήθελες
εληγόρανεςβιαζόσουν
εξέβενβγήκε, ανέβηκε
επέρεςπήρες
εφάνθανεφάνηκαν, εμφανίστηκαν
’θετου/της
κα’κάτω
κιοσ̌έδεςγωνιές köşe/gūşe
νύφενύφη
όλ’όλοι/α
’πέρεν(επέρεν) πήρε
πουρνόνπρωί, πρωινό, επαύριον
σπογγίζ’σκουπίζω/ει
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
τεάμ’δήθεν, τάχα μη deyü (οθωμ. περιόδου)
τέρεν(προστ.) κοίταξε
τσ̌εχέλ’κονάπειρο, ανώριμο, άβγαλτο cehil/cehl
ψ̌όπαψυχούλες
Εξέβεν η νεόνυφος

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost