.
.
Espira/Έσπειρα

Espira

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Espira
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Έσπειρα το χωράφι μ’,
έφαεν α’ η κίσσα
[αμάν, αμάν]
Σ’ εμέν κιουμάνι μ’ έχ̌εις
εγώ εγυναίκισα
[χάιτεν, χάιτεν]

Σο δρόμον ’πα̤ντούμε σας
μόνον αν τερούμε σας
[αμάν, αμάν]
Εγβάλετεν και λέτεν
χακείν’ αγαπούνε μας
[χάιτεν, χάιτεν]

Του σπιτίου μ’ τ’ ωμάρα̤
σπεντάμα̤ και κομάρα̤
[αμάν, αμάν]
Ε σεβντά μ’, για ποίσο με
τζ̌ιντζ̌ικλία ορτάρα̤
[χάιτεν, χάιτεν]

Τα λαστίκα̤ μου ’γλά̤ζουν,
ου πορώ να πορπατώ
[αμάν, αμάν]
Εποίκα έναν σεβντάν
σο πέραν το Μουταντών
[χάιτεν, χάιτεν]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
α’(ατό) αυτό, το
’γλά̤ζουνγλιστράνε
εγβάλετενβγάζετε
εγυναίκισαπαντρεύτηκα
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
έφαενέφαγε
κιουμάνιελπίδα, επιθυμία, λαχτάρα güme/gümen<gitmek tr
κομάρα̤ροδόδενδρο το ποντικό, δέντρο που φύεται στα βουνά της Βόρειας Ανατολίας, φτάνει σε ύψος 3-5 μέτρα, διατηρεί τα φύλλα του το χειμώνα και έχει μεγάλα, μωβ άνθη komar tr
λαστίκα̤λαστιχένια παπούτσια lastik<élastique<ἐλαστός trfrgr
λέτενλέτε
ορτάρα̤μάλλινες κάλτσες ἀορτήρ gr
ουδεν ουκί<οὐχί gr
’πα̤ντούμεσυναντάμε
ποίσο(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
πορπατώπερπατάω
σεβντάαγάπη, έρωτας sevda/sevdā trae
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
τερούμεκοιτάμε
τζ̌ιντζ̌ικλίαστολισμένα, φανταχτερά ή γεμάτα χάντρες και στολίδια cıncıklı tr
χακείν’εκείνοι
ωμάρα̤οποιοδήποτε φορτίο μπορεί να μεταφερθεί/ριχτεί στον ώμο • κύριο δοκάρι (τραβέρσα) σε ξύλινα σπίτια (γραφή Vahit Tursun) πιθ. εκ του ώμου
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
α’(ατό) αυτό, το
’γλά̤ζουνγλιστράνε
εγβάλετενβγάζετε
εγυναίκισαπαντρεύτηκα
εποίκαέκανα, έφτιαξα ποιέω-ῶ gr
έφαενέφαγε
κιουμάνιελπίδα, επιθυμία, λαχτάρα güme/gümen<gitmek tr
κομάρα̤ροδόδενδρο το ποντικό, δέντρο που φύεται στα βουνά της Βόρειας Ανατολίας, φτάνει σε ύψος 3-5 μέτρα, διατηρεί τα φύλλα του το χειμώνα και έχει μεγάλα, μωβ άνθη komar tr
λαστίκα̤λαστιχένια παπούτσια lastik<élastique<ἐλαστός trfrgr
λέτενλέτε
ορτάρα̤μάλλινες κάλτσες ἀορτήρ gr
ουδεν ουκί<οὐχί gr
’πα̤ντούμεσυναντάμε
ποίσο(προστ.) κάνε, φτιάξε ποιέω, ποιῶ gr
πορπατώπερπατάω
σεβντάαγάπη, έρωτας sevda/sevdā trae
σεβντάναγάπη, έρωτα sevda/sevdā trae
τερούμεκοιτάμε
τζ̌ιντζ̌ικλίαστολισμένα, φανταχτερά ή γεμάτα χάντρες και στολίδια cıncıklı tr
χακείν’εκείνοι
ωμάρα̤οποιοδήποτε φορτίο μπορεί να μεταφερθεί/ριχτεί στον ώμο • κύριο δοκάρι (τραβέρσα) σε ξύλινα σπίτια (γραφή Vahit Tursun) πιθ. εκ του ώμου
Espira
Σημειώσεις
Περιοχή προέλευσης: Ουζουνγκιόλ (Σαραχό)

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost