.
.
Επαναπροσδιορισμός

Χρυσή κόρη

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Χρυσή κόρη
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Μάνα, σ’ ακείνο το ραχ̌ίν,
τ’ άλλο επεκεί μερέαν
Στέκ’ εκκλησι͜άν ολόχρυσον,
μολύβι στεγασμένον

Τα παραστάρι͜α ολόχρυσα
κι η πόρτα μαρμαρένι͜ον
Εσέβα απέσ’ κι εντράνεσα·
χρυσή κόρη κοιμάται

Εκλίστα κα’ κι εφίλεσα
σ’ ομμάτι͜α και σ’ οφρύδι͜α
Τ’ ομμάτι͜α φως εγόμωσαν¹,
το στόμαν ατ’ς λαλίαν

Η κόρ’ εκαταράθε με
έναν αγνόν κατάραν
«Να πας», είπεν «και ν’ αρρωσταίντς
σ’ εβραίικα μοναστήρι͜α

Να ψαλαφάς αρρωστικόν
ντο ’κ’ έν’, ντου ’κ’ ευρισκάται
Αγρελαφί’ χλωρόν τυρίν
κι αγρεπροβάτας γάλαν»
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγνόναλλόκοτο/η, περίεργο/η, σπουδαίο/α, αξιοθαύμαστο/η ἀγνώς (άγνωστος)<ἀ- + γιγνώσκω
αγρελαφί’άγριου ελαφιού
αγρεπροβάταςάγριας προβατίνας
ακείνοεκείνο
απέσ’μέσα
αρρωσταίντςαρρωσταίνεις
αρρωστικόνέδεσμα σπάνιο που ζητάει ασθενής ή που δίνεται σε αυτόν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εγόμωσανγέμισαν
εκαταράθεκαταράστηκε
εκλίσταέσκυψα, έκλινα
έν’είναι
εντράνεσακοίταξα προσεκτικά, παρατήρησα ἐντρανίζω
επεκείαπό εκεί, από τότε, ύστερα, κατόπιν
εσέβαμπήκα
ευρισκάταιβρίσκεται
εφίλεσαφίλησα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κα’κάτω
λαλίανλαλιά, φωνή
μερέανμεριά
ντουότι, που, αυτό/ά που
ομμάτι͜αμάτια
οφρύδι͜αφρύδια
παραστάρι͜ατα κάθετα καδρόνια του κασώματος πόρτας
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
ψαλαφάςζητάς, αιτείσαι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγνόναλλόκοτο/η, περίεργο/η, σπουδαίο/α, αξιοθαύμαστο/η ἀγνώς (άγνωστος)<ἀ- + γιγνώσκω
αγρελαφί’άγριου ελαφιού
αγρεπροβάταςάγριας προβατίνας
ακείνοεκείνο
απέσ’μέσα
αρρωσταίντςαρρωσταίνεις
αρρωστικόνέδεσμα σπάνιο που ζητάει ασθενής ή που δίνεται σε αυτόν
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
εγόμωσανγέμισαν
εκαταράθεκαταράστηκε
εκλίσταέσκυψα, έκλινα
έν’είναι
εντράνεσακοίταξα προσεκτικά, παρατήρησα ἐντρανίζω
επεκείαπό εκεί, από τότε, ύστερα, κατόπιν
εσέβαμπήκα
ευρισκάταιβρίσκεται
εφίλεσαφίλησα
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
κα’κάτω
λαλίανλαλιά, φωνή
μερέανμεριά
ντουότι, που, αυτό/ά που
ομμάτι͜αμάτια
οφρύδι͜αφρύδια
παραστάρι͜ατα κάθετα καδρόνια του κασώματος πόρτας
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
ψαλαφάςζητάς, αιτείσαι
Χρυσή κόρη
Σημειώσεις
¹ Καταγράφεται ήδη από τον Τριαντάφυλλο Γεωργιάδη ως «τ’ ομμάτι͜α τ’ς φως εγόμωσα» που στέκει καλύτερα νοηματικά.

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost