.
.
Τραγούδια της Αργυρούπολης του Πόντου

Απάν’ σ’ άλογον είμαι

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Απάν’ σ’ άλογο μ’ είμαι, [νε αμάν!]
[αμάν!] τριαντάφυλλον είμαι -ν
Έπαρ’ κι εμέν μετ’ εσέν, [νε αμάν!]
[αμάν!] βασιλόπουλον είμαι

[Αμάν!] Μέντσον, πουλί μ’, κι έπαρ’ με τον τσ̌αρτσ̌ήν
[Αμάν!] Θα φορίζω σε με τ’ αρσ̌ίν

Αδ’ απάν’, ναι, αδ’ απάν’, [νε άμαν!]
[αμάν!] αδά σην καϊτέ μ’ απάν’
Ο Θεόν την ψ̌η μ’ να παίρ’ [νε άμαν!]
[αμάν!] σ’ άσπρον το κερτάν’/κιορτάν’ -τ- σ’ απάν’

[Αμάν!] Όντες έρχουμαι σην πόρτα σ’,
άνοιξον, ρίζα μ’, άνοιξον
Με τον κύρ’ και με τη μάνα σ’,
τάβιξον, πουλί μ’, τάβιξον!

Κιμισ̌χαναλής είμαι, [νε άμαν!]
[αμάν!] σην ψ̌η μ’ άψιμον έχω
Σα πατημασέας ι-μ’ [νε άμαν!]
[αμάν!] έρ’ται τ’ αρνόπον τ’ εμόν

[Αμάν!] Μέντσον, πουλί μ’, κι έπαρ’ με
σην οντά σ’
[Αμάν!] Αγκαλιάστ’ και φίλ’ με,
[Αμάν!] ρίζα μ’/πουλί μ’, μ’ ερωτάς
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγκαλιάστ’(προστ.) αγκάλιασε
αδ’εδώ
αδ’ απάν’εδώ πάνω
αδάεδώ
άμαναλλά ama/ammā trae
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
απάν’πάνω
αρνόποναρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
αρσ̌ίνπήχης, μονάδα μέτρησης ίση με 68 εκ., όργανο της εποχής από σίδηρο, χάλυβα ή ξύλο που μετρούσαν σύμφωνα με αυτό το μέτρο μήκους arşın<arişn trir
άψιμονφωτιά
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έπαρ’(προστ.) πάρε
έρ’ταιέρχεται
έρχουμαιέρχομαι
ερωτάςρωτάς
καϊτέμελωδία, μουσική σύνθεση, μουσικός σκοπός kayde tr
κερτάν’λαιμός gerdan/gerden trir
κιορτάν’λαιμός gerdan/gerden trir
κύρ’πατέρα
μέντσον(προστ.) ειδοποίησε, στείλε μήνυμα, πληροφόρησε, παρήγγειλε μηνύω
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
οντάδωμάτιο oda tr
όντεςόταν
παίρ’παίρνω/ει
πατημασέαςπατημασιές
τάβιξον(προστ.) μάλωσε, φιλονίκησε, επίπληξε dava/daʿvā trae
τσ̌αρτσ̌ήνέμπορο της αγοράς, γυρολόγο çerçi tr
φίλ’(προστ. φιλώ) φίλα, (πληθ. φίλον) φίλοι
φορίζωφοράω κτ σε κπ, ντύνω
ψ̌ηψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγκαλιάστ’(προστ.) αγκάλιασε
αδ’εδώ
αδ’ απάν’εδώ πάνω
αδάεδώ
άμαναλλά ama/ammā trae
άνοιξον(προστ.) άνοιξε
απάν’πάνω
αρνόποναρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
αρσ̌ίνπήχης, μονάδα μέτρησης ίση με 68 εκ., όργανο της εποχής από σίδηρο, χάλυβα ή ξύλο που μετρούσαν σύμφωνα με αυτό το μέτρο μήκους arşın<arişn trir
άψιμονφωτιά
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ gr
έπαρ’(προστ.) πάρε
έρ’ταιέρχεται
έρχουμαιέρχομαι
ερωτάςρωτάς
καϊτέμελωδία, μουσική σύνθεση, μουσικός σκοπός kayde tr
κερτάν’λαιμός gerdan/gerden trir
κιορτάν’λαιμός gerdan/gerden trir
κύρ’πατέρα
μέντσον(προστ.) ειδοποίησε, στείλε μήνυμα, πληροφόρησε, παρήγγειλε μηνύω
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
οντάδωμάτιο oda tr
όντεςόταν
παίρ’παίρνω/ει
πατημασέαςπατημασιές
τάβιξον(προστ.) μάλωσε, φιλονίκησε, επίπληξε dava/daʿvā trae
τσ̌αρτσ̌ήνέμπορο της αγοράς, γυρολόγο çerçi tr
φίλ’(προστ. φιλώ) φίλα, (πληθ. φίλον) φίλοι
φορίζωφοράω κτ σε κπ, ντύνω
ψ̌ηψυχή

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost