.
.
Φωνές του χθες, θεμέλια του σήμερα

Εκάεν και το Τσ̌άμπασ̌ιν

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Εκάεν και το Τσ̌άμπασ̌ιν
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Εκάεν και το Τσ̌άμπασ̌ιν
κι επέμ’ναν τα τουβάρι͜α
[γιαρ, γιαρ, αμάν/όι, όι, αμάν]
[Και -ν-] Ερρούξαν σο γουρτάρεμαν
τ’ Ορτούς τα παλληκάρι͜α/τσ̌αναβάρι͜α
[όι, όι, αμάν]

Βάι! Εκάεν κι εμανίεν
τ’ Ορτούς το παρχάρ’
Εκεί, άλλο ’δέν ’κ’ επέμ’νεν,
μανάχον σαχτάρ’

Ρακάνια εκαπνίγανε,
τ’ ορμία ετσουρώθαν
[γιαρ, γιαρ, αμάν/όι, όι, αμάν]
Σαχτάρι͜α εστοιβάγανε,
οτζ̌άκια εκαρακώθαν

Βάι! Εκάεν κι εμανίεν
τ’ Ορτούς το παρχάρ’
Εκεί, άλλο ’δέν ’κ’ επέμ’νεν,
μανάχον σαχτάρ’

Τ’ αρνόπα και τα πρόγατα,
τ’ ομάλια, τα παΐρι͜α
[γιαρ, γιαρ, αμάν/όι, όι, αμάν]
Τ’ ορμία και τ’ ορμόχ̌ειλα
εγέντανε γεσίρι͜α
[όι, όι, αμάν]

Βάι! Εκάεν κι εμανίεν
τ’ Ορτούς το παρχάρ’
Εκεί, άλλο ’δέν ’κ’ επέμ’νεν,
μανάχον σαχτάρ’
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αρνόπααρνάκια
γεσίρι͜ακυριολ. αιχμάλωτοι, υποδουλωμένοι, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένοι, εξαρτημένοι μτφ. ταλαίπωροι, αυτοί που έχουν υποστεί κακουχίες esir/esīr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γουρτάρεμανσώσιμο, διάσωση kurtarma
’δέντίποτα
εγέντανεέγιναν
εκάενκάηκε
εκαρακώθανμανταλώθηκαν, κλειδώθηκαν
εμανίενμαύρισε/μουντζουρώθηκε από την καπνιά, καταστράφηκε, κατακάηκε μέχρι καπνιάς
επέμ’ναναπόμειναν
επέμ’νεναπόμεινε
ερρούξανέπεσαν
ετσουρώθανστέρεψαν, αποστραγγίστηκαν σειρώ=εκκενώνω, αδειάζω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
μανάχον(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
ορμίαρυάκια, ρεματιές
ορμόχ̌ειλαόχθες ρυακιών
οτζ̌άκιατζάκια ocak
παΐρι͜απλαγιές βουνού, κατωφέρειες bayır
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
πρόγαταπρόβατα
ρακάνιαγήλοφοι λαζικά rak’ani ≈ რქა (rka=κέρας)
σαχτάρ’στάχτη στάχτη<στάζω
σαχτάρι͜αστάχτες στάχτη<στάζω
τουβάρι͜ατοίχοι duvar/dīvār
Τσ̌άμπασ̌ινπαρχάρι των Κοτυώρων του Πόντου (σημ. Ordu) στα ΝΑ της σημερινής επαρχίας Ορντού πολύ κοντά στα σύνορα με την επαρχία Κερασούντας Çambaşı (κυρ. Πευκοκορφή)
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αρνόπααρνάκια
γεσίρι͜ακυριολ. αιχμάλωτοι, υποδουλωμένοι, μτφ. συναισθηματικά υποδουλωμένοι, εξαρτημένοι μτφ. ταλαίπωροι, αυτοί που έχουν υποστεί κακουχίες esir/esīr
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γουρτάρεμανσώσιμο, διάσωση kurtarma
’δέντίποτα
εγέντανεέγιναν
εκάενκάηκε
εκαρακώθανμανταλώθηκαν, κλειδώθηκαν
εμανίενμαύρισε/μουντζουρώθηκε από την καπνιά, καταστράφηκε, κατακάηκε μέχρι καπνιάς
επέμ’ναναπόμειναν
επέμ’νεναπόμεινε
ερρούξανέπεσαν
ετσουρώθανστέρεψαν, αποστραγγίστηκαν σειρώ=εκκενώνω, αδειάζω
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
μανάχον(έναρθρο) μοναχός, μοναχό, (επίρρ) μόνο/μοναχά
ομάλιαομαλοί δρόμοι, ευθείες, πεδιάδες, ομαλά (επίρρ)
ορμίαρυάκια, ρεματιές
ορμόχ̌ειλαόχθες ρυακιών
οτζ̌άκιατζάκια ocak
παΐρι͜απλαγιές βουνού, κατωφέρειες bayır
παρχάρ’ορεινός τόπος θερινής βοσκής
πρόγαταπρόβατα
ρακάνιαγήλοφοι λαζικά rak’ani ≈ რქა (rka=κέρας)
σαχτάρ’στάχτη στάχτη<στάζω
σαχτάρι͜αστάχτες στάχτη<στάζω
τουβάρι͜ατοίχοι duvar/dīvār
Τσ̌άμπασ̌ινπαρχάρι των Κοτυώρων του Πόντου (σημ. Ordu) στα ΝΑ της σημερινής επαρχίας Ορντού πολύ κοντά στα σύνορα με την επαρχία Κερασούντας Çambaşı (κυρ. Πευκοκορφή)
τσ̌αναβάρι͜αθηρία, τέρατα, μτφ. παλληκάρια canavar/cānāver
Εκάεν και το Τσ̌άμπασ̌ιν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost