.
.
Λαϊκός Χειμώνας Νο5

Δίστιχα

Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
Στιχουργοί: Παραδοσιακό
Συνθέτες: Παραδοσιακό
fullscreen
Σύρον απάν’ ι-σ’ το παλτόν,
[ασ’χώρετον]
αρνί μ’, μη παίρτς σε ο κρύον
[γιαρ, γιαρ/έλα -ν- έλα]
Ελέπω τα δουλείας ι-σ’
[μικρόν αρνί μ’]
και γίνουμαι θερίον
[γιαρ, γιαρ/έλα -ν- έλα]

Ελέπω [πουλί μ’] τα δουλείας ι-σ’
και γίνουμαι [πουλί μ’] θερίον

Όλα τα τριαντάφυλα
[ν’ αηλί εμέν]
απέσ’ σην καρδι͜ά σ’ κείνταν
[γιαρ, γιαρ/τσ̌άνουμ γιαρ, γιαρ]
Ατά που θα μυρίσ̌κεται
[ν’ αηλί εμέν]
τα χρόνι͜α τ’ ’κι τελείνταν
[γιαρ, γιαρ/τσ̌άνουμ γιαρ, γιαρ]

Ατά [και] που θα μυρίσ̌κεται
[ψ̌ήκα μ’] τα χρόνι͜α τ’ ’κι τελείνταν

Ση μαχαλάς ι-σ’ τα στράτας,
[ν’ αηλί εμέν]
πουλόπο μ’, πάντα στέκω
[γιαρ, γιαρ/τσ̌άνουμ γιαρ, γιαρ]
Έβγα οξ̌ωκά σ’ εξώπορτον
[ν’ αηλί εμέν]
εσέναν ας ελέπω
[γιαρ, γιαρ/τσ̌άνουμ γιαρ, γιαρ]

Έβγα [και -ν-] οξ̌ωκά σ’ εξώπορτον
εσέναν [ψ̌ήκα μ’] ας ελέπω
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
απάν’πάνω
απέσ’μέσα
ασ’χώρετονασυγχώρητο
ατάαυτά
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γίνουμαιγίνομαι
δουλείας(ονομ. πληθ.) δουλειές, (γεν. ενικ.) δουλειάς
έβγα(προστ.) βγες
ελέπωβλέπω
εξώπορτονεξώπορτα
θερίονθηρίο
κείντανκείτονται, ξαπλώνουν
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μαχαλάςγειτονιάς mahalle/maḥalle
μυρίσ̌κεταιμυρίζει κτ, , οσφραίνεται
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
οξ̌ωκάέξω
παίρτςπαίρνεις
πουλόποπουλάκι
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τελείνταν(αμτβ.) τελειώνουν, εξαντλούνται, μτφ. πεθαίνουν
τσ̌άνουμψυχή μου, αγαπημένε/η μου canım<can/cān
ψ̌ήκαψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αηλίαλίμονο ἀ- + μεσαιωνική ελληνική ἠλί < εβραϊκά אל (θεός)
απάν’πάνω
απέσ’μέσα
ασ’χώρετονασυγχώρητο
ατάαυτά
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
γίνουμαιγίνομαι
δουλείας(ονομ. πληθ.) δουλειές, (γεν. ενικ.) δουλειάς
έβγα(προστ.) βγες
ελέπωβλέπω
εξώπορτονεξώπορτα
θερίονθηρίο
κείντανκείτονται, ξαπλώνουν
’κιδεν οὐκί<οὐχί
μαχαλάςγειτονιάς mahalle/maḥalle
μυρίσ̌κεταιμυρίζει κτ, , οσφραίνεται
ν’ αηλίαλίμονο μεσαιων. ελλ. ἀλί<ἀ- + ἠλί (εβραϊκά אל)= θεός
οξ̌ωκάέξω
παίρτςπαίρνεις
πουλόποπουλάκι
στράτας(ονομ.) δρόμοι, (αιτ.) δρόμους
σύρον(προστ.) σύρε, τράβα, ρίξε
τελείνταν(αμτβ.) τελειώνουν, εξαντλούνται, μτφ. πεθαίνουν
τσ̌άνουμψυχή μου, αγαπημένε/η μου canım<can/cān
ψ̌ήκαψυχούλα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost