.
.
Γέρο, έπαρ’ τη ζουρνά σ’/Ο Νίκον ο κεμεντζ̌ετσ̌ής

Ο Νίκον ο κεμεντζ̌ετσ̌ής

Ο Νίκον ο κεμεντζ̌ετσ̌ής
fullscreen
Ο Νίκον ο κεμεντζ̌ετσ̌ής
ζουλίζ’ και κόφτ’ τα κόρδας
Τσ̌αΐζ’, βαρκίζ’, γαραλαΐζ’
ση κοριτσί’ τα πόρτας

Ο Χάμπον έντονε γεγές
κι εφέκεν τα μαλλία
Τα φτείρας εγομώθανε
και ρούζ’νε απάν’ σ’ ωμία τ’

Και ο Λευτέρτς εφόρεσεν
στενά τα παντελόνι͜α
Και τα μαλλία τ’ έσπρυναν
και ένταν άμον χ̌ι͜όνι͜α

Ο Μήτον τη Μαλαματούς
θαρρεί έχει αξία
Ατώρα ατός εγέντονε
άμον τη νερα̤ξίαν

Το μίνι θέλει να φορεί
η Φίτσα η καταμάγια
Και τον Γιωρίκα τη Μανώλ’
θέλει να ’φτάει μάγια

Και η Κατίνκω τη πακάλ’
εφόρεσεν το μάξι
Το μαγαζίν ατ’ς τ’ έρημον
κοντεύει να ρημάξει

Ο Πέτρον τη κασάπ’ ο γιον
ευτάει τον δικηγόρον
Γυρίζ’ και λέει επλέρωσεν
δύο χιλιάδες φόρο
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
απάν’πάνω
ατόςαυτός
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
ατώρατώρα
βαρκίζ’κραυγάζει, θρηνεί γοερά
γαραλαΐζ’κραυγάζει γοερά
εγέντονεέγινε
εγομώθανεγεμίσανε, βούρκωσαν, κόμπιασαν
έντανέγιναν
έντονεέγινε
επλέρωσενπλήρωσε, ολοκλήρωσε
έσπρυνανάσπρισαν
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
εφέκενάφησε
εφόρεσενφόρεσε ρούχα
ζουλίζ’ζουλάει
κασάπ’χασάπη, κρεοπώλη kasap/ḳaṣṣāb
καταμάγιασκούπα από κουρελόπανα, μτφ. για κπ που είναι λερωμένος, βρώμικος
κεμεντζ̌ετσ̌ήςλυράρης kemençeci
κόρδαςχορδές
κοριτσί’κοριτσιού
κόφτ’κόβει
νερα̤ξίαναηδία
πακάλ’μπακάλη bakkal/baḳḳāl
πόρτας(ονομ.πληθ.) πόρτες porta
ρούζ’νεπέφτουν
τσ̌αΐζ’φωνάζω/ει, επιπλήττω/ει
’φτάει(ευτάει) κάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
φτείραςψείρες
ωμίαώμοι
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
απάν’πάνω
ατόςαυτός
ατ’ςαυτής/της ή αυτούς/τους
ατώρατώρα
βαρκίζ’κραυγάζει, θρηνεί γοερά
γαραλαΐζ’κραυγάζει γοερά
εγέντονεέγινε
εγομώθανεγεμίσανε, βούρκωσαν, κόμπιασαν
έντανέγιναν
έντονεέγινε
επλέρωσενπλήρωσε, ολοκλήρωσε
έσπρυνανάσπρισαν
ευτάεικάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
εφέκενάφησε
εφόρεσενφόρεσε ρούχα
ζουλίζ’ζουλάει
κασάπ’χασάπη, κρεοπώλη kasap/ḳaṣṣāb
καταμάγιασκούπα από κουρελόπανα, μτφ. για κπ που είναι λερωμένος, βρώμικος
κεμεντζ̌ετσ̌ήςλυράρης kemençeci
κόρδαςχορδές
κοριτσί’κοριτσιού
κόφτ’κόβει
νερα̤ξίαναηδία
πακάλ’μπακάλη bakkal/baḳḳāl
πόρτας(ονομ.πληθ.) πόρτες porta
ρούζ’νεπέφτουν
τσ̌αΐζ’φωνάζω/ει, επιπλήττω/ει
’φτάει(ευτάει) κάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
φτείραςψείρες
ωμίαώμοι
Ο Νίκον ο κεμεντζ̌ετσ̌ής

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost