.
.
Τη θάλασσας το νερόν
αλυκόν έν’, αλυκόν
Και τ’ εσόν το φίλεμαν
σ’ εμέναν έν’ γιατρικόν

Εκεί πέρα λάσ̌κεσαι,
ευρήκ’ς κι αγκαλά̤σ̌κεσαι
Εγώ τιδέν ’κ’ είπα σε,
ας σ’ εμέν χολά̤σ̌κεσαι;

Άσπρεσσα -ν- άμον το χ̌ι͜όν’,
κόκκινος (κι) άμον χρυσόν
Άγγελος θα ’ίνουμαι,
θα παίρω την ψ̌ην τ’ εσόν
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
αγκαλά̤σ̌κεσαιαγκαλιάζεσαι
αλυκόναλμυρό/ή
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
άσπρεσσαάσπρη
έν’είναι
εσόνδικός/ή/ό σου
ευρήκ’ςβρίσκεις
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
λάσ̌κεσαιπεριφέρεσαι, τριγυρνάς, περιπλανιέσαι ἀλάομαι/ηλάσκω
παίρωπαίρνω
τιδέντίποτα
φίλεμανφιλί
χ̌ι͜όν’χιόνι
χολά̤σ̌κεσαιθυμώνεις, αγανακτάς
ψ̌ηνψυχή
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
αγκαλά̤σ̌κεσαιαγκαλιάζεσαι
αλυκόναλμυρό/ή
άμονσαν, όπως, καθώς ἅμα
ας σ’(ας σου) από του, από τότε που/αφότου, (ας σο) από το/τα
άσπρεσσαάσπρη
έν’είναι
εσόνδικός/ή/ό σου
ευρήκ’ςβρίσκεις
’ίνουμαιγίνομαι
’κ’δεν οὐκί<οὐχί
λάσ̌κεσαιπεριφέρεσαι, τριγυρνάς, περιπλανιέσαι ἀλάομαι/ηλάσκω
παίρωπαίρνω
τιδέντίποτα
φίλεμανφιλί
χ̌ι͜όν’χιόνι
χολά̤σ̌κεσαιθυμώνεις, αγανακτάς
ψ̌ηνψυχή
Τη θάλασσας το νερόν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost