.
.
Κορτσόπον, απαράλλαχτα/Εφτάν’ ντ’ έκατσες σο ραχ̌ίν

Κορτσόπον, απαράλλαχτα

Κορτσόπον, απαράλλαχτα
Κορτσόπον, απαράλλαχτα [γιάβρι μ’/πούλι μ’]
ομοι͜άεις τ’ εμόν τ’ αρνόπον [γιάβρι μ’]
Σάεψον εκείνο είσαι [γιάβρι μ’/πούλι μ’]
κι έλα έμπα σ’ εγκαλιόπο μ’ [γιάβρι μ’]

Εσύ, κορτσόπον, τράνυνον [πούλι μ’/γιάβρι μ’]
κι εγώ -ν- ας μεγαλύνω [γιάβρι μ’]
Σην Παναΐαν όμνυσα [πούλι μ’/γιάβρι μ’]
το σπαρέλι σ’ θα λύνω [γιάβρι μ’]

Κόρη, κρύον νερόν είσαι [πούλι μ’/γιάβρι μ’]
νασάν που έχ̌’/βάλλ’ και πίν’ -τ- σε
Τυλίεται σ’ εγκαλιόπο σ’ [γιάβρι μ’]
μερών’ κι άλλο ’κι αφήν’ -τ- σε [γιάβρι μ’]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απαράλλαχτααπολύτως όμοια, με απαράλλακτο τρόπο
αρνόποναρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
αφήν’αφήνει
βάλλ’βάζω/ει
γιάβριμωρό, μικρό, παιδί yavru
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμπα(προστ.) μπες
έχ̌’έχει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπονκοριτσάκι
μεγαλύνωμεγαλώνω
μερών’μερώνει, ξημερώνει
νασάνχαρά σε
όμνυσαορκίστηκα
ομοι͜άειςομοιάζεις, μοιάζεις
πίν’πίνω/ει
σάεψον(προστ.) υπολόγισε, εκτίμησε, λογάριασε saymak
σπαρέλιμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
τράνυνον(προστ.) (αμεταβ.) μεγάλωσε, (μεταβ.) ανέθρεψε τρανόω-ῶ
τυλίεταιτυλίγεται
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απαράλλαχτααπολύτως όμοια, με απαράλλακτο τρόπο
αρνόποναρνάκι, χαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας
αφήν’αφήνει
βάλλ’βάζω/ει
γιάβριμωρό, μικρό, παιδί yavru
εγκαλιόποαγκαλίτσα
εμόνδικός/ή/ό μου ἐμοῦ
έμπα(προστ.) μπες
έχ̌’έχει
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κορτσόπονκοριτσάκι
μεγαλύνωμεγαλώνω
μερών’μερώνει, ξημερώνει
νασάνχαρά σε
όμνυσαορκίστηκα
ομοι͜άειςομοιάζεις, μοιάζεις
πίν’πίνω/ει
σάεψον(προστ.) υπολόγισε, εκτίμησε, λογάριασε saymak
σπαρέλιμέρος γυναικείας ενδυμασίας αυτοτελές που χρησιμεύει ως κάλυμμα του στήθους spalliera
τράνυνον(προστ.) (αμεταβ.) μεγάλωσε, (μεταβ.) ανέθρεψε τρανόω-ῶ
τυλίεταιτυλίγεται
Κορτσόπον, απαράλλαχτα

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost