.
.
Κορτσόπον, απαράλλαχτα/Εφτάν’ ντ’ έκατσες σο ραχ̌ίν

Εφτάν’ ντ’ έκατσες σο ραχ̌ίν

Εφτάν’ ντ’ έκατσες σο ραχ̌ίν
Εφτάν’ ντ’ έκατσες σο ραχ̌ίν, [κοντόχρονον!]
κατήβα σο χωρίον [γιαρ, γιαρ, γιαρ]
Κανείται, ψ̌ήκα μ’, ντ’ έπιες [κοντόχρονον!]
και το νερόν το κρύον [γιαρ, γιαρ, γιαρ]

Αρματώντς τ’ εγκαλόπο σου [κοντόχρονον!]
κλαινί͜εις τα παλληκάρα̤ [γιαρ, γιαρ, γιαρ]
’Κι φογάσ’ ομματά̤σκουνταν [κοντόχρονον!]
τα νόστιμα σ’ τα κάλλια [γιαρ, γιαρ, γιαρ]

Απάν’ φορείς τα τσ̌άπουλας [κοντόχρονον!]
κι αφκά φορείς τα μέστα̤ [γιαρ, γιαρ, γιαρ]
Νασάν εκείνον που θα ’φτάει [κοντόχρονον!]
μετ’ εσέν εμπονέστα̤ [γιαρ, γιαρ, γιαρ]
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλευση
απάν’πάνω
αρματώντςαρματώνεις, εξοπλίζεις
αφκάκάτω
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
εγκαλόποαγκαλιά, αγκαλίτσα
εμπονέστα̤τελευταία μέρα πριν την έναρξη της Σαρακοστής, έθιμο της Αποκριάς κατά το οποίο γινόταν μεγάλο φαγοπότι εμβαίνω εις την νηστείαν
έπιεςήπιες
εφτάν’φτάνει
κάλλιακάλλη
κανείταιείναι αρκετό, επαρκεί για κτ ἱκανόω
κατήβα(προστ.) κατέβα
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλαινί͜ειςκάνεις κάποιον να κλάψει, στενοχωρείς
κοντόχρονοναυτό που είθε τα χρόνια του να είναι κοντά/λίγα
μέστα̤είδος δερμάτινων ευκολοφόρετων παπουτσιών χωρίς τακούνι, με μαλακή και εύκαμπτη σόλα, γνωστά για το απλό σχεδιασμό τους mest < mesḥ
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νασάνχαρά σε
ομματά̤σκουντανματιάζονται, τα πιάνει το μάτι
παλληκάρα̤παλληκάρια παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
τσ̌άπουλαςανδρικά υποδήματα çapul
φογάσ’φοβάσαι
φορείςφοράς
’φτάει(ευτάει) κάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ψ̌ήκαψυχούλα
ΚείμενοΕπεξήγησηΕτυμ. ΡίζαΠροέλ.
απάν’πάνω
αρματώντςαρματώνεις, εξοπλίζεις
αφκάκάτω
γιαραγαπητός/ή/ό, αγάπη yâr
εγκαλόποαγκαλιά, αγκαλίτσα
εμπονέστα̤τελευταία μέρα πριν την έναρξη της Σαρακοστής, έθιμο της Αποκριάς κατά το οποίο γινόταν μεγάλο φαγοπότι εμβαίνω εις την νηστείαν
έπιεςήπιες
εφτάν’φτάνει
κάλλιακάλλη
κανείταιείναι αρκετό, επαρκεί για κτ ἱκανόω
κατήβα(προστ.) κατέβα
’κιδεν οὐκί<οὐχί
κλαινί͜ειςκάνεις κάποιον να κλάψει, στενοχωρείς
κοντόχρονοναυτό που είθε τα χρόνια του να είναι κοντά/λίγα
μέστα̤είδος δερμάτινων ευκολοφόρετων παπουτσιών χωρίς τακούνι, με μαλακή και εύκαμπτη σόλα, γνωστά για το απλό σχεδιασμό τους mest < mesḥ
μετ’μαζί με (με αιτιατική), με (τρόπος)
νασάνχαρά σε
ομματά̤σκουντανματιάζονται, τα πιάνει το μάτι
παλληκάρα̤παλληκάρια παλληκάριον<πάλληξ, πάλλαξ
ραχ̌ίνβουνό, ράχη
τσ̌άπουλαςανδρικά υποδήματα çapul
φογάσ’φοβάσαι
φορείςφοράς
’φτάει(ευτάει) κάνει, φτιάχνει εὐθειάζω
ψ̌ήκαψυχούλα
Εφτάν’ ντ’ έκατσες σο ραχ̌ίν

Ποντιακός Στίχος - Pontian Lyrics 2026

Επικοινωνία: infoDUMMY@pontianlyrics.gr

Με την ευγενική χορηγία φιλοξενίας της IpHost